
Υπάρχει μια ιδιαίτερη γοητεία στο να είσαι «ξένος» σε μια γειτονιά. Όταν δεν την περπατάς με τον αυτόματο πιλότο της καθημερινότητας, αλλά με το βλέμμα του φιλοξενούμενου που προσπαθεί να προσανατολιστεί. Πρόσφατα βρεθήκαμε στο Αιγάλεω, κοντά στην Πλατεία Δαβάκη, με έναν πολύ συγκεκριμένο και μάλλον πεζό σκοπό: να βρούμε ένα συγκεκριμένο υποκατάστημα τράπεζας.

Όπως συμβαίνει συχνά σε αυτές τις περιπτώσεις, η «αστική τύφλωση» χτύπησε κόκκινο. Περάσαμε από μπροστά της, την προσπεράσαμε, την ψάχναμε στο Google Maps, ξαναπεράσαμε… και πάλι τίποτα. Σε μια άλλη στιγμή, αυτό θα ήταν πηγή εκνευρισμού. Όμως, η μέρα είχε άλλη άποψη. Όταν σταματήσαμε να κοιτάζουμε επίμονα για πινακίδες τραπεζών, τότε αρχίσαμε να βλέπουμε το Αιγάλεω.

Παρατηρήσαμε το παιχνίδι του ήλιου με τα σύννεφα πάνω από την Ιερά Οδό, τις σκιές που δημιουργούν τα δέντρα στις προσεγμένες γωνιές της πλατείας και τον ρυθμό της πόλης που κινείται ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τους ανοιχτούς ορίζοντες των μεγάλων δρόμων. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν αυτή τη βόλτα δεν είναι απλά «κλικ» μηχανικά. Είναι η απόδειξη πως, όταν είσαι ανοιχτός στο να παρατηρείς, η κάθε διαδρομή εξελίσσεται σε εμπειρία.

Οι γραμμές των οδηγών όδευσης τυφλών στο πεζοδρόμιο που σχηματίζουν γεωμετρικά μοτίβα. Τα παγκάκια που περιμένουν καρτερικά τους περαστικούς κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο. Οι φοίνικες που δίνουν έναν αναπάντεχο εξωτικό τόνο στο αστικό τοπίο. Τελικά, η τράπεζα βρέθηκε (ήταν εκεί που έπρεπε, εγώ απλώς κοίταζα αλλού). Όμως, αυτό που έμεινε δεν ήταν η διεκπεραίωση μιας τραπεζικής συναλλαγής. Ήταν η αίσθηση της βόλτας.