Αρχική » Καθημερινότητα
Αρχείο κατηγορίας Καθημερινότητα
Η ησυχία του Σαββάτου ορατή στην Αχαρνών…

Υπάρχουν μέρες που η Αθήνα αποφασίζει να βγάλει τη μάσκα της βαβούρας και να σου δείξει το αληθινό της πρόσωπο. Έτσι ήταν το χθες το μεσημέρι στην Αχαρνών. Ένα Σαββατιάτικο μεσημέρι που, αντί για τη συνηθισμένη “πολεμική” κίνηση, σε υποδεχόταν μια απρόσμενη, σχεδόν κινηματογραφική ησυχία. Ο ουρανός, ένας καμβάς από καθαρό γαλάζιο και διάσπαρτα λευκά σύννεφα, έλουζε το τσιμέντο με ένα φως κρυστάλλινο.

Όμως, μην γελιέστε από τη λιακάδα. Το κρύο ήταν από εκείνα που “περονιάζουν τα κόκαλα”, που σε αναγκάζουν να σφίξεις το παλτό σου και να επιταχύνεις το βήμα, παρόλο που η εικόνα γύρω σου σε καλεί να σταματήσεις και να παρατηρήσεις. Η Αχαρνών είναι ένας δρόμος-παλίμψηστο. Από τη μία τα επιβλητικά, αυστηρά κτίρια του ΕΦΚΑ και του ΤΣΑΥ, με τις ευθείες γραμμές τους να σκίζουν τον ορίζοντα.

Το τεράστιο “GECO” στην πλάτη μιας πολυκατοικίας, μια υπογραφή που θυμίζει πως η πόλη αναπνέει ακόμα και μέσα από το γκράφιτι και τη φθορά. Οι τέντες που ανεβοκατεβαίνουν, τα κλειστά ρολά, η μοναχική φιγούρα ενός περαστικού, το “Parking” στην άκρη ενός ερειπωμένου τοίχου. “Η Αθήνα του χειμώνα δεν σου χαρίζεται εύκολα. Πρέπει να την περπατήσεις όταν οι άλλοι λείπουν, για να ακούσεις τον δικό της ήχο πάνω στο κρύο άσφαλτο.”
Γωνία Μάρνης και Αβέρωφ, η μοναξιά του τσιμέντου

Υπάρχουν κάποιες μέρες στην Αθήνα που ο ουρανός παίρνει το χρώμα του ξεθωριασμένου τσιμέντου. Είναι αυτές οι χειμωνιάτικες μέρες που ο αέρας κατεβαίνει από την Πατησίων και «ξυρίζει», κάνοντας τα γυμνά κλαδιά των δέντρων να μοιάζουν με νευρικά δάχτυλα που ζητούν κάτι από τον ουρανό. Στη διασταύρωση της Μάρνης με την Αβέρωφ, ο χρόνος μοιάζει να έχει κολλήσει σε ένα «ενδιάμεσο».

Από τη μία, το κίτρινο νεοκλασικό στη γωνία στέκει σαν μια έκπτωτη αρχόντισσα, θυμίζοντας μια Αθήνα που κάποτε φορούσε τα καλά της για να βγει περίπατο. Από την άλλη, οι γκρίζες πολυκατοικίες με τα αμέτρητα κλιματιστικά και τα σημάδια του χρόνου στους τοίχους τους, διηγούνται τη σύγχρονη ιστορία της πόλης: μια ιστορία επιβίωσης και βιασύνης. «Πού να πάνε;» αναρωτιέσαι, κοιτάζοντας τους άδειους δρόμους.

Σε μια τέτοια δύσκολη μέρα, η πόλη μοιάζει να κρατά την ανάσα της. Μια γυναίκα με κόκκινο μπουφάν διασχίζει το δρόμο, κρατώντας μια λευκή σακούλα – ίσως το ψωμί της ημέρας, ίσως λίγα απαραίτητα για να κλειστεί ξανά στη ζεστασιά του σπιτιού της. Είναι η μόνη πινελιά χρώματος σε έναν καμβά από γκρι, κίτρινο και το ξεθωριασμένο μπλε των πινακίδων.

“Ανάσα”, ανάμεσα σε Βουστάσιο και Κολυμβητήριο

Υπάρχουν κάποιες γωνιές στην πόλη που, αν και μικρές σε μέγεθος, έχουν τη δύναμη να αλλάζουν τη διάθεσή σου. Μια τέτοια «όαση» συναντήσαμε χθες στον Κολωνό, στον ανοιχτό χώρο που μεσολαβεί ανάμεσα στο Βουστάσιο και το Κολυμβητήριο. Η βόλτα μας ξεκίνησε με τον ήλιο να παίζει ανάμεσα στα φυλλώματα. Παρά την αστική πύκνωση τριγύρω, εδώ ο χρόνος μοιάζει να κυλά λίγο πιο αργά.

Τα δέντρα, ντυμένα με τα χρώματα της εποχής —άλλοτε με το βαθύ πράσινο της ακακίας και άλλοτε με τα χρυσαφένια, ξηρά φύλλα του πλατάνου— δημιουργούν ένα φυσικό καταφύγιο από τον θόρυβο της πόλης. Στα κόκκινα και πράσινα παγκάκια της πλατείας, η καθημερινότητα παίρνει μια ανάσα: Ένας περαστικός απολαμβάνει τη σιωπή κάτω από τη σκιά. Οι φυλλωσιές που γυμνώνονται σιγά-σιγά προμηνύουν τον χειμώνα, αλλά η λιακάδα θυμίζει πως στην Αθήνα το φως δεν λείπει ποτέ.

Οι κάτοικοι που διασχίζουν τα πλακόστρωτα μονοπάτια, δίνοντας ζωή σε αυτόν τον μικρό πνεύμονα πρασίνου. Αυτοί οι μικροί χώροι ανάμεσα στα κτίρια δεν είναι απλώς τετραγωνικά μέτρα πρασίνου· είναι οι «ενδιάμεσοι» σταθμοί μας. Είναι το μέρος όπου θα σταματήσεις για να σκεφτείς, να μιλήσεις στο τηλέφωνο ή απλώς να παρατηρήσεις τις φυλλωσιές των δέντρων να χορεύουν στον αέρα.

Σπαράγγια, θησαυρός της ελληνικής υπαίθρου

Τα άγρια σπαράγγια «ξυπνούν» με τις πρώτες ανοιξιάτικες βροχές και την άνοδο της θερμοκρασίας. Προτιμούν τις άκρες των δρόμων, τους παλιούς ελαιώνες, τις ρεματιές και τις θαμνώδεις εκτάσεις. Συχνά «κρύβονται» μέσα σε αγκαθωτούς θάμνους (όπως οι ασπάλαθοι), οι οποίοι τα προστατεύουν από τα ζώα. Στη Νότια Ελλάδα (όπως στη Λακωνία) ξεκινούν ακόμα και από τον Φεβρουάριο, ενώ στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα μπορεί να τα βρει κανείς μέχρι τον Μάιο, ανάλογα με το υψόμετρο. Κόβουμε μόνο το τρυφερό πάνω μέρος (περίπου 10-15 εκατοστά) με το χέρι. Αν το στέλεχος δεν σπάει εύκολα, σημαίνει ότι στο σημείο εκείνο είναι ξυλώδες και σκληρό.
Πώς τα προετοιμάζουμε; Το μυστικό στα άγρια σπαράγγια είναι η απλότητα. Έχουν μια χαρακτηριστική, ελαφρώς πικρή αλλά «γεμάτη» γεύση που δεν πρέπει να καλύπτεται από πολλά μπαχαρικά. Τα πλένουμε καλά με κρύο νερό. Κρατάμε το σπαράγγι και το λυγίζουμε μέχρι να σπάσει μόνο του. Το πάνω μέρος είναι το βρώσιμο, το κάτω (το σκληρό) το πετάμε ή το κρατάμε για να δώσουμε γεύση σε έναν ζωμό.
Πώς τα φτιάχνουμε;
1. Η κλασική Ομελέτα (Σφουγγάτο) Είναι ο πιο παραδοσιακός τρόπος απόλαυσης στη Λακωνία και σε όλη την Πελοπόννησο.
Σοτάρουμε τα σπαράγγια σε λίγο ελαιόλαδο μέχρι να μαλακώσουν (3-4 λεπτά). Ρίχνουμε τα χτυπημένα αυγά, αλάτι και πιπέρι.
2. Βραστά Σαλάτα
Για όσους αγαπούν τις καθαρές γεύσεις. Τα ζεματάμε σε αλατισμένο νερό για μόλις 2-3 λεπτά (θέλουμε να παραμείνουν “al dente”). Σερβίρουμε με μπόλικο λαδολέμονο. Είναι ο ιδανικός μεζές για τσίπουρο ή ούζο.
3. Στο τηγάνι με σκόρδο και λεμόνι
Ένα εξαιρετικό συνοδευτικό για ψάρι ή κρέας. Τα σοτάρουμε με ελαιόλαδο και ψιλοκομμένο σκόρδο. Σβήνουμε με χυμό λεμονιού και πασπαλίζουμε με ξύσμα λεμονιού.
4. Ριζότο ή Pasta με Άγρια Σπαράγγια
Για μια πιο γκουρμέ προσέγγιση. Χρησιμοποιήστε τα κεφάλια των σπαραγγιών σε ένα κρεμώδες ριζότο ή σε μια μακαρονάδα με λίγο κουκουνάρι και παρμεζάνα. Η πικράδα τους εξισορροπείται υπέροχα με τη λιπαρότητα του τυριού.
Η Αθήνα της «επόμενης μέρας» παίρνει ανάσα

Υπάρχουν κάποιες στιγμές που η Αθήνα μοιάζει να ξεχνάει τον εαυτό της. Μετά το πέρασμα της καταιγίδας την Τετάρτη —μιας μέρας γεμάτης γκρίζο, βουητό και τη δύναμη της βροχής που χτυπούσε ανελέητα την άσφαλτο— η επόμενη μέρα, η χθεσινή, ξημέρωσε αλλιώτικη. Στις 10 το πρωί, εκεί που κανονικά ο ήχος από τις κόρνες και η βιασύνη της καθημερινότητας θα έπρεπε να κυριαρχούν, η πόλη θύμιζε κάτι από Δεκαπενταύγουστο σε… κίνηση. Μόνο που η ζέστη του καλοκαιριού είχε αντικατασταθεί από ένα τσουχτερό, καθαρό κρύο. Οι δρόμοι, ακόμα νωποί από τα νερά της προηγούμενης μέρας, λειτουργούσαν σαν καθρέφτες κάτω από το λαμπρό φως του ήλιου. Ο ουρανός, πεντακάθαρος και βαθύς μπλε, δεν άφηνε κανένα ίχνος από τα σύννεφα που μας ταλαιπώρησαν.

Τα συναισθήματα; Περπατώντας στις άδειες λεωφόρους, η αίσθηση ήταν απόκοσμη αλλά και λυτρωτική. Κάτι σπάνιο για μια πρωτεύουσα εκατομμυρίων. Ένα φως που έκανε τα κτίρια, από τη Λεωφόρο Αθηνών μέχρι τα στενά των προαστίων, να δείχνουν πιο όμορφα μέσα στην απλότητά τους. Τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν στη Λένορμαν, φαινόταν λες και είχαν χάσει τον δρόμο τους σε ένα σκηνικό ταινίας. Αυτή η Αθήνα είναι που μας αρέσει. Που δεν την βαριέσαι, δεν είναι προβλέψιμη, αλλά ανατρεπτική.
Η Αθήνα μας έδειξε τα δόντια της χθες, απότομα

Εκεί που ο καιρός μας είχε συνηθίσει σε ένα ήπιο, σχεδόν ανοιξιάτικο πρόσωπο, η χθεσινή μέρα ήρθε να μας υπενθυμίσει πως ο χειμώνας είναι εδώ. Μέσα σε λίγη ώρα, ο αττικός ουρανός σκοτείνιασε και η πόλη παραδόθηκε σε μια καταρρακτώδη βροχή που άλλαξε πλήρως τους ρυθμούς της καθημερινότητας. Στο Σύνταγμα και στους κεντρικούς δρόμους, το τοπίο θύμιζε βορειοευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Το ίδιο και στις γειτονιές της Αθήνας.

Οι διαβάσεις γέμισαν με ομπρέλες κάθε λογής —κόκκινες, μπλε, κίτρινες— σε μια προσπάθεια των περαστικών να προστατευτούν από την ορμή του νερού. Ωστόσο, η ποσότητα ήταν τέτοια που οι ομπρέλες αποδείχθηκαν, σε πολλές περιπτώσεις, ανεπαρκείς. Η χθεσινή μέρα ήταν ένας μικρός «άθλος» για όσους έπρεπε να κυκλοφορήσουν για δουλειές. Ακόμη και για λίγο να χρειάστηκε να είσαι εκεί έξω, τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα…

Οι δρόμοι μετατράπηκαν σε ποτάμια, με τις αντανακλάσεις από τα φώτα των αυτοκινήτων πάνω στο βρεγμένο οδόστρωμα να συνθέτουν ένα σκηνικό μελαγχολικό, αλλά και επιβλητικό. Η εφευρετικότητα, βέβαια, δεν έλειψε. Όταν η βροχή σε προλαβαίνει απροετοίμαστο, κάθε μέσο γίνεται ασπίδα. Είδαμε ανθρώπους να χρησιμοποιούν ακόμα και μεγάλες σακούλες από τα ψώνια τους ως αυτοσχέδιες κουκούλες, προσπαθώντας να φτάσουν στον προορισμό τους όσο το δυνατόν πιο στεγνοί.

Το δημαρχείο Δυρραχίου, σε δυο “κλικ” ιστορίας

Δυρράχιο, τότε και τώρα. Δύο φωτογραφίες, ένας αιώνας απόσταση, και στην καρδιά τους το ίδιο κτίριο: το εμβληματικό Δημαρχείο (Bashkia) της πόλης. Μια αρχιτεκτονική γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, που μας υπενθυμίζει ότι οι τοίχοι έχουν μνήμη και οι πλατείες διηγούνται ιστορίες. Στη ασπρόμαυρη φωτογραφία, η ημερομηνία «7 prill 1939» σηματοδοτεί μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της αλβανικής ιστορίας. Είναι η ημέρα της ιταλικής εισβολής. Τα ελαφρά τανκς (L3/33 tankettes) των στρατευμάτων του Μουσολίνι σταθμεύουν μπροστά από το Δημαρχείο, αμέσως μετά την απόβαση στο λιμάνι του Δυρραχίου.

Στη σύγχρονη έγχρωμη λήψη, το Δημαρχείο στέκει ανακαινισμένο, περιτριγυρισμένο από φοίνικες και μια ανοιχτή, ελεύθερη πλατεία. Παρά τους σεισμούς (με τελευταίο τον καταστροφικό του 2019) και τις πολιτικές θύελλες που πέρασαν από πάνω του —από τον Φασισμό στον Κομμουνισμό και από εκεί στη Δημοκρατία— το κτίριο διατηρεί την επιβλητική του μορφή. Ο πύργος του ρολογιού, που κάποτε έβλεπε τα τανκς να περνούν, σήμερα κοιτάζει μια πόλη που σφύζει από ζωή, τουρισμό και ελπίδα. Η σύγκριση αυτών των δύο εικόνων δεν είναι απλώς μια άσκηση νοσταλγίας. Είναι μια απόδειξη της ανθεκτικότητας. Το Δυρράχιο, μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Αδριατικής, έμαθε να επιβιώνει.























Δυστυχώς αυτή είναι η κατάντια του κράτους (όχι της Χώρας) και της τωρινής αδιάφορης τοπικής αυτοδιοίκησης!! Κρίμα....! Δεν υπάρχουν άνθρωποι…