Μια βραδιά, στην απόλυτη ομορφιά της Νισαίας


Η Αθήνα είναι μια πόλη που συχνά οι άνθρωποι τη ζουν βιαστικά. Μέσα στην κίνηση, το θόρυβο, τις καθημερινές υποχρεώσεις, ξεχνούν να σταματήσουν λίγο και να την κοιτάξουν πραγματικά. Αλλά η πόλη αυτή έχει ένα μοναδικό τρόπο: αν της δώσεις λίγο χρόνο, αν την αγαπήσεις με όλες τις ατέλειές της, ξέρει να σου το ανταποδώσει.
Ένα τέτοιο «απογευματάκι», που σιγά σιγά μετατρεπόταν σε βραδιά, ο Κώστας με την Άννυ βρέθηκαν στο μπαλκόνι του σπιτιού τους, στη Νισαίας. Ο αέρας είχε αρχίσει να δροσίζει και η πόλη, απλωμένη μπροστά μας, ετοιμαζόταν να φορέσει τα βραδινά της. Σε αυτό το οικείο περιβάλλον, με τις γλάστρες και το πέτρινο στοιχείο του μπαλκονιού, ο χρόνος έμοιαζε να κυλά πιο αργά.
Η Άννυ, χαλαρή, με ένα όμορφο, καλοκαιρινό, ολόσωμο outfit με φλοράλ σχέδια, πόζαρε στο φακό. Το φόντο της ήταν η φωτισμένη Αθήνα, που σιγά-σιγά ξυπνούσε. Ήταν μια στιγμή ηρεμίας, μια στιγμή που η καθημερινότητα έδινε τη θέση της στην απόλαυση της θέας. Η φωτογραφία της Άννυ αποτυπώνει αυτήν ακριβώς τη ζεστασιά και τη χαλάρωση του μπαλκονιού.
Αλλά η Αθήνα έχει πολλές όψεις. Και ο Κώστας, με το φακό του, επέλεξε να μας δείξει μια άλλη πλευρά της, εξίσου, αν όχι περισσότερο, εντυπωσιακή. Η πανοραμική φωτογραφία που τράβηξε είναι, με μια λέξη, μαγική.
Το κάδρο αποτυπώνει τη δυτική πλευρά της πόλης, την ώρα που το λυκόφως αφήνει τις τελευταίες πορτοκαλί και κόκκινες αποχρώσεις του στον ορίζοντα. Τα βουνά, σκοτεινές σιλουέτες στον ορίζοντα, δημιουργούν μια αντίθεση με τα χιλιάδες φώτα της πόλης που έχουν αρχίσει να ανάβουν. Είναι μια θάλασσα από φώτα, μια ζωντανή, παλλόμενη πόλη που απλώνεται μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Το πλάνο αυτό είναι μια υπενθύμιση του πόσο μεγάλη και πολυδιάστατη είναι η Αθήνα, πέρα από τα συνηθισμένα τουριστικά σημεία. Είναι μια πόλη που ζει και αναπνέει, γεμάτη ιστορίες και ανθρώπους.
Στην κοντινή φωτογραφία της Άννυ, βλέπουμε ακόμα πιο καθαρά τη ζεστή ατμόσφαιρα του μπαλκονιού και την ίδια να χαμογελά, με το αστικό τοπίο να εκτείνεται πίσω της. Η Αθήνα είναι εκεί, παρούσα, φωτεινή και γοητευτική, ακόμα και μέσα από τα “κουτιά” των πολυκατοικιών της.
Αυτές οι φωτογραφίες, από το μπαλκόνι στη Νισαίας, μας θυμίζουν ότι η Αθήνα, παρά τις αδυναμίες της, είναι μια όμορφη πόλη. Είναι μια πόλη που έχει το δικό της, ιδιαίτερο τρόπο να σε γοητεύει. Ίσως δεν είναι η “τέλεια” πόλη, αλλά είναι μια πόλη με ψυχή, με ενέργεια, με ιστορία και με αμέτρητες γωνιές που περιμένουν να τις ανακαλύψεις. Και αν της δώσεις την αγάπη σου, αν την κοιτάξεις με τα σωστά μάτια –όπως η Άννυ και ο Κώστας μέσα από τις φωτογραφίες τους– τότε η Αθήνα έχει τον τρόπο να σου το ανταποδώσει, χαρίζοντάς σου στιγμές ομορφιάς και ηρεμίας σαν αυτές που έζησαν σε εκείνο το μπαλκόνι.

Λίμνη Βουλιαγμένης, ένας ιαματικός παράδεισος

Μια αυθόρμητη απόφαση, μια αξέχαστη εμπειρία. Για τον Κώστα και την Άννυ, το χθεσινό μεσημέρι έως το απόγευμα, δεν ήταν απλώς μια ακόμα εξόρμηση, αλλά μια βουτιά σε ένα σπάνιο, φυσικό θαύμα που, συμπτωματικά, δεν είχαν επισκεφθεί τόσα χρόνια που έρχονται στην Ελλάδα. Η Λίμνη Βουλιαγμένης, ένας κρυμμένος θησαυρός στην “καρδιά” της Αθηναϊκής Ριβιέρας, τους περίμενε για να τους χαρίσει μια εμπειρία που θα θυμούνται για πάντα. Φτάνοντας στη Λίμνη, η πρώτη εντύπωση είναι η επιβλητικότητα του τοπίου. Όπως φαίνεται καθαρά η λίμνη περιβάλλεται από γιγαντιαίους, απόκρημνους, ασβεστολιθικούς βράχους, που μοιάζουν να “αγκαλιάζουν” το γαλαζοπράσινο νερό, δημιουργώντας μια αίσθηση απομόνωσης και ηρεμίας, παρόλο που βρίσκεσαι μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά από τον αστικό ιστό. Οι βράχοι αυτοί δεν είναι απλώς διακοσμητικοί.

Αποτελούν μέρος ενός εκτεταμένου σπηλαιολογικού δικτύου που εκτείνεται υπογείως, προσθέτοντας ακόμα περισσότερο μυστήριο και γοητεία στην περιοχή. Στη βάση των βράχων, η οργιώδης βλάστηση από πεύκα και θάμνους, συμπληρώνει το σκηνικό, δημιουργώντας μια πανέμορφη αντίθεση. Το μπάνιο στη Λίμνη Βουλιαγμένης δεν είναι ένα συνηθισμένο μπάνιο στη θάλασσα. Τα νερά της είναι ιαματικά, πλούσια σε άλατα και μέταλλα (όπως θειάφι, χλώριο, κάλιο), και έχουν τη φήμη ότι βοηθούν στην αντιμετώπιση ρευματικών παθήσεων, δερματικών προβλημάτων και στην αναζωογόνηση του οργανισμού. Οι επισκέπτες απολαμβάνουν αυτά τα ευεργετικά νερά, τα οποία είναι υφάλμυρα, μια “ιδιαίτερη θάλασσα”.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μυστήρια της Λίμνης είναι η σταθερή θερμοκρασία των νερών της, η οποία διατηρείται όλο τον χρόνο, χειμώνα-καλοκαίρι, μεταξύ 22 και 29 βαθμών Κελσίου! Το νερό, παραμένει ζεστό ακόμα και όταν η εξωτερική θερμοκρασία πέφτει. Αυτό το “θαύμα” εξηγείται από το γεγονός ότι η Λίμνη επικοινωνεί υπόγεια, μέσω του σπηλαιώδους συστήματος, με τη θάλασσα (εξ ου και το υφάλμυρο νερό), αλλά ταυτόχρονα τροφοδοτείται από θερμές ιαματικές πηγές που αναβλύζουν από μεγάλο βάθος. Η μίξη αυτή διατηρεί το νερό σε μια ιδανική θερμοκρασία, κάνοντάς το κατάλληλο για κολύμπι όλο τον χρόνο. Η Λίμνη Βουλιαγμένης είναι ένας πλήρως οργανωμένος χώρος, υπό την εκμετάλλευση ιδιώτη, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει αντίτιμο για την είσοδο. Ωστόσο, οι παρεχόμενες υπηρεσίες είναι υψηλού επιπέδου.

Στις άνετες, ξύλινες εξέδρες που εκτείνονται περιμετρικά της λίμνης, οι επισκέπτες μπορούν να χαλαρώσουν σε άνετες ξαπλώστρες και να απολαύσουν τον ήλιο. Διακρίνεται ο χώρος του εστιατορίου και του μπαρ, με κομψές ομπρέλες και αναπαυτικά lounges, όπου ο Κώστας και η Άννυ μπόρεσαν να απολαύσουν τον καφέ τους, το γεύμα τους ή ένα δροσιστικό κοκτέιλ, με θέα το ειδυλλιακό τοπίο. Το κόστος της εισόδου, περιλαμβάνει τη χρήση όλων αυτών των εγκαταστάσεων, καθιστώντας την εμπειρία “vfm” για όσους αναζητούν την άνεση και την πολυτέλεια. Για τον Κώστα και την Άννυ, η Λίμνη Βουλιαγμένης ήταν μια αποκάλυψη. Aπό την ηρεμία των κολυμβητών μέχρι την ζωντάνια του μπαρ, η Λίμνη προσφέρει έναν μοναδικό συνδυασμό φυσικής ομορφιάς, ιαματικής δράσης και σύγχρονης άνεσης. H Λίμνη Βουλιαγμένης δεν είναι απλώς ένας προορισμός, είναι μια εμπειρία ζωής που αξίζει τον κόπο.
Σεπτέμβρης, η θάλασσα που δεν λέει “αντίο”


Ημερολόγιο: 7 Σεπτεμβρίου 2026. Τυπικά, το φθινόπωρο έχει κάνει την εμφάνισή του. Στα χαρτιά, οι διακοπές τελείωσαν. Στην πραγματικότητα, όμως, η θάλασσα, αυτή η υπέροχη ξεμυαλίστρα, αρνείται να μας αποχαιρετήσει. Και εμείς, με χαρά, αρνούμαστε να της γυρίσουμε την πλάτη. Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες από το περασμένο Σαββατοκύριακο, η αίσθηση είναι ξεκάθαρη: το καλοκαίρι καλά κρατεί. Ο ουρανός διατηρεί αυτό το βαθύ, απύθμενο μπλε, χωρίς ούτε ένα σύννεφο να τολμά να διαταράξει την τελειότητά του . Τα νερά παραμένουν κρυστάλλινα, φιλόξενα, έτοιμα να αγκαλιάσουν όποιον αναζητά μια δόση δροσιάς στις, ομολογουμένως, επίμονες υψηλές θερμοκρασίες.
Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που σκέφτηκαν ακριβώς το ίδιο: “Γιατί όχι;”. Η παραλία είχε κόσμο, αλλά με αυτή την ήρεμη, απολαυστική ατμόσφαιρα του “μετά τη σεζόν”. Άνθρωποι απολαμβάνουν τον ήλιο που, αν και Σεπτέμβρης, καίει ακόμα με θέρμη, ενώ άλλοι προτιμούν την χαλάρωση στις ξαπλώστρες, αφήνοντας το βλέμμα να πλανηθεί στο απέραντο γαλάζιο.
Εντάξει, ξέρουμε, τα σχολεία ανοίγουν σε λίγο. Ο θόρυβος της προετοιμασίας, τα καινούργια βιβλία, οι σχολικές τσάντες… Όλα αυτά είναι το θέμα της πόλης. Αλλά, ας είμαστε ειλικρινείς, για όσους από εμάς δεν έχουμε πια μικρά παιδιά να ετοιμάζονται για άλλη μια σχολική χρονιά, αυτή η περίοδος έχει μια άλλη, γλυκιά γεύση. Είναι η ώρα που η θάλασσα μας “ανήκει” ξανά. Είναι οι μέρες που μπορούμε να απολαύσουμε την ηρεμία, την καθαρότητα των νερών και τον ήλιο χωρίς τον συνηθισμένο πανικό του Αυγούστου.
Αυτή η φωτογραφία με το ζευγάρι που απολαμβάνει το μπάνιο του, λουσμένο στο φως του ήλιου αποτυπώνει τέλεια αυτή την αίσθηση. Είναι η στιγμή που ο χρόνος σταματά, οι υποχρεώσεις ξεχνιούνται και το μόνο που μετράει είναι η επαφή με το νερό και τον ήλιο. Δεν υπάρχει βιασύνη, δεν υπάρχει άγχος για το “μετά”. Υπάρχει μόνο το “τώρα”, εδώ, στην ακτή.
Οι θερμοκρασίες, λοιπόν, επιμένουν να είναι υψηλές. Και εμείς επιμένουμε να εκμεταλλευόμαστε κάθε ευκαιρία. Γιατί η θάλασσα είναι εκεί, ήρεμη και δροσερή μια αιώνια ερωμένη που μας καλεί να ξεχάσουμε το ημερολόγιο και να ζήσουμε, έστω και για λίγο ακόμα, την ψευδαίσθηση ενός ατελείωτου καλοκαιριού. Ας την ακολουθήσουμε.

Περπατώντας την οδό Αγίας Σοφίας, στα Σεπόλια

Η οδός Αγίας Σοφίας στα Σεπόλια είναι ένας δρόμος που κουβαλά μια δική του, διακριτική γοητεία. Για τον φίλο μας τον Γιώργο, η διαδρομή αυτή δεν είναι απλώς μια σειρά από αριθμούς και διασταυρώσεις, αλλά ένας ζωντανός χάρτης παιδικών αναμνήσεων. Εδώ βρισκόταν το πατρικό του σπίτι, σε αυτή τη γειτονιά μεγάλωσε, έπαιξε και έκανε τα πρώτα του βήματα. Για πολλούς άλλους από εμάς, η Αγίας Σοφίας είναι ο τόπος όπου κατοικούν αγαπημένοι φίλοι, ενώ για τους περαστικούς αποτελεί τη γνώριμη παράλληλο της Βορείου Ηπείρου και της Κωνσταντινουπόλεως, λίγα μόλις βήματα δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές και τον Σταθμό Λαρίσης.

Όπως έχετε διαπιστώσει από τις τακτικές δημοσιεύσεις μας στον ΘΡΑΨΑΝΙΩΤΗ, μας αρέσει ιδιαίτερα να περπατάμε στις γειτονιές της πόλης, να παρατηρούμε τις λεπτομέρειες που προσπερνούν οι βιαστικοί και να ανακαλύπτουμε την ιστορία που κρύβεται πίσω από κάθε γωνία. Περπατώντας κατά μήκος της Αγίας Σοφίας, η αντίθεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν γίνoνται αμέσως αισθητή. Από τη μία πλευρά, οι ψηλές πολυκατοικίες με τα μπαλκόνια, τις τέντες και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα συνθέτουν την κλασική εικόνα της σύγχρονης αθηναϊκής συνοικίας. Από την άλλη, το βλέμμα σταματά σε πανέμορφα νεοκλασικά και διώροφα κτίρια που αντιστέκονται στον χρόνο, θυμίζοντας την παλιά Αθήνα των χαμηλών σπιτιών.

Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το νεοκλασικό κτίριο όπου στεγάζονται τα Δημοτικά Ιατρεία, με τα κομψά μπαλκόνια, τις σημαίες να κυματίζουν και τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες στη μαρμάρινη όψη του να προσδίδουν έναν αέρα αστικής ευγένειας στο δρόμο. Λίγο πιο κάτω, η οδός Αγίας Σοφίας αποκαλύπτει τη ζωντάνια και την καθημερινότητα των νεότερων γενιών. Οι πολύχρωμες τοιχογραφίες στους εξωτερικούς τοίχους του σχολικού συγκροτήματος δίνουν μια ευχάριστη, παιχνιδιάρικη νότα στο αστικό τοπίο.

Ζωγραφισμένοι ήρωες, πουλιά και έντονα χρώματα συντροφεύουν τα παιδιά στο καθημερινό τους πέρασμα για το μάθημα, κάνοντας τη διαδρομή πιο φωτεινή. Ο δρόμος αυτός, με τις απλωμένες γραμμές των καλωδίων στον γαλάζιο αττικό ουρανό, τις σκιές των κτιρίων και την ησυχία του τακτικού περιπάτου, συμπυκνώνει την ίδια την ουσία των Σεπολίων: μια γειτονιά αυθεντική, γεμάτη αναμνήσεις για όσους μεγάλωσαν εδώ, αλλά και γεμάτη ανακαλύψεις για εμάς που συνεχίζουμε να την περπατάμε με την πρώτη ευκαιρία.
Μια κοινή πορεία 37 χρόνων, γίνεται γιορτή…

Στις 27 Ιουλίου γράφαμε από εδώ, μέσα από τις σελίδες του ΘΡΑΨΑΝΙΩΤΗ, τις πρώτες μας θερμές ευχές για μια ξεχωριστή επέτειο. Δείτε ΕΔΩ. Ο Κώστας και η Άννυ συμπλήρωναν 37 ολόκληρα χρόνια κοινής ζωής, μια διαδρομή γεμάτη αναμνήσεις, αγώνες, χαρές και την ανεκτίμητη ευλογία των δύο παιδιών τους. Τότε όμως, η γιορτή ήταν μισή. Η Άννυ βρισκόταν στην Ελλάδα μαζί με μια καλή φίλη, ενώ ο Κώστας έλειπε ακόμα στο εξωτερικό. Τους στείλαμε την αγάπη μας από μακριά, δίνοντας όμως μια σιωπηρή υπόσχεση: μόλις βρεθούν και οι δύο στον ίδιο τόπο, η αληθινή γιορτή θα ακολουθούσε.

Και η υπόσχεση αυτή τηρήθηκε με τον πιο όμορφο τρόπο. Τώρα που ο Κώστας επέστρεψε και η οικογένεια σμιλεύτηκε ξανά γύρω από το ίδιο τραπέζι, ήρθε η ώρα να σβήσουμε τα κεράκια όπως πραγματικά τους άξιζε. Χθες το βράδυ, ανηφορίσαμε όλοι μαζί προς τον Λόφο Σκουζέ και βρεθήκαμε στην αγαπημένη «Αρετούσα». Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή, αυθεντική, γεμάτη από τη ζωντάνια που προσφέρει η καλή παρέα και το παραδοσιακό ελληνικό φιλότιμο. Τα εκλεκτά κοψίδια έδωσαν τον δικό τους γευστικό τόνο στη βραδιά, ενώ τα χαμόγελα, τα πειράγματα και οι παλιές ιστορίες διαδέχονταν η μία την άλλη, θυμίζοντάς μας πόσο πολύτιμες είναι αυτές οι στιγμές.

Η κορύφωση της βραδιάς ήρθε με την τούρτα της επετείου. Πάνω της, γραμμένες με γλυκά γράμματα, συμπυκνώνονταν οι ευχές όλων μας για μια ζωή γεμάτη υγεία, συντροφικότητα και αδιάλειπτη αγάπη. Τέτοιες περιστάσεις δεν είναι απλώς μια αφορμή για έξοδο· είναι μια βαθιά υπενθύμιση της αξίας της οικογένειας. Αξίζει κάθε τόσο να κάνουμε μια στάση στους γρήγορους ρυθμούς της καθημερινότητας, να κοιτάμε πίσω και να συλλογιζόμαστε πόσο σπάνιο και σπουδαίο είναι να μεγαλώνουν μαζί δύο άνθρωποι, να αντέχουν στον χρόνο και να βλέπουν τους καρπούς της αγάπης τους να ανθίζουν.

Από την καρδιά μας, ευχόμαστε στον Κώστα και την Άννυ να συνεχίσουν να βαδίζουν χέρι-χέρι, με την ίδια ζεστασιά και το ίδιο χαμόγελο. Να χαίρονται τα παιδιά τους, να δημιουργούν νέες αναμνήσεις και να γιορτάζουν κάθε σταθμό της ζωής τους περιτριγυρισμένοι από ανθρώπους που τους αγαπούν. Θα μας μείνει αξέχαστη η ιδιαίτερη σαμπάνια που δοκιμάσαμε πρώτη φορά στη ζωή μας! Και στην αιωνιότητα, η ευχή μας να τους συντροφεύει πάντα! Θα είναι πάντα στην καρδιά μας…
Η ψυχή της γειτονιάς περνά από την Πρεβέζης

Κάποιοι δρόμοι στην Αθήνα δεν διεκδικούν δάφνες τουριστικής προβολής, αλλά κουβαλούν αθόρυβα την πραγματική ψυχή της γειτονιάς. Ένας από αυτούς είναι η οδός Πρεβέζης στα Σεπόλια. Με αφετηρία τη Φιλιππουπόλεως και τέρμα στην Ιωαννίνων, ο μικρός αυτός δρόμος ανηφορίζει διαγράφοντας τη δική του διαδρομή ακριβώς δίπλα στο πλάι του ιστορικού Λόφου Σκουζέ. Περπατώντας την Πρεβέζης, τα μάτια σου σταματούν αναπόφευκτα σε μια γνώριμη λεπτομέρεια που αντιστέκεται στο τσιμέντο: μια επιβλητική, καταπράσινη βουκαμβίλια που αγκαλιάζει το μπαλκόνι ενός παλιού διώροφου σπιτιού. Όσοι διασχίζουν συχνά τον δρόμο θυμούνται πως πριν από μια δεκαετία το μέγεθός της ήταν σχεδόν διπλάσιο, φτάνοντας να καλύπτει ολόκληρη την προσόψη.

Κάποια στιγμή κλαδεύτηκε αυστηρά, σχεδόν από τη ρίζα. Κι όμως, η φύση έχει τον δικό της τρόπο να επιμένει· σήμερα στέκεται ξανά φουντωτή, γεμάτη ζωντάνια, υπενθυμίζοντας πως η ομορφιά στις παλιές γειτονιές βρίσκει πάντα τον τρόπο να αναγεννιέται. Λίγο πιο κάτω, το ογκώδες, λευκό κτίριο του ΟΤΕ δεσπόζει στον δρόμο. Κάποτε σφιχτά δεμένο με την καθημερινότητα της περιοχής —τότε που οι ουρές για τα καρτοτηλέφωνα και τις τηλεφωνικές συνομιλίες ήταν κομμάτι της ζωής μας— στέκει τώρα πιο σιωπηλό. Η παλιά ταμπέλα έχει κατεβεί και τα καρτοτηλέφωνα αποτελούν πια παρελθόν, όμως το κτίριο παραμένει εκεί, φέροντας πιθανότατα νέες τεχνικές χρήσεις στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, ως ένας βουβός μάρτυρας της τεχνολογικής εξέλιξης.

Το πιο γοητευτικό στοιχείο της Πρεβέζης, όμως, είναι οι αντιθέσεις της. Δεξιά και αριστερά από τα νεότερα κτίρια και το διοικητικό συγκρότημα, ξεπροβάλλουν χαμηλά, παραδοσιακά σπίτια με κεραμίδια, ξύλινα πατζούρια και μικρά μπαλκόνια. Είναι αυτές οι γωνιές που διασώζουν αναμνήσεις από την παλιά Αθήνα — μια πόλη πιο ανθρώπινη, πιο ήσυχη, όπου οι γείτονες αντάλλασσαν μια καλημέρα στο πεζοδρόμιο. Η οδός Πρεβέζης συμπυκνώνει όλη την ουσία των Σεπολίων: ένα ζωντανό μωσαϊκό όπου το παρελθόν και το παρόν συνυπάρχουν, ανάμεσα στη σκιερή αγκαλιά του Λόφου Σκουζέ και την καθημερινή ανάσα της πόλης.

Καμβάς αναμνήσεων στο κέντρο της Αθήνας

Κάποιες γωνιές στην Αθήνα δεν αποτελούν απλώς γεωγραφικά σημεία στον χάρτη της πόλης, αλλά πραγματικά καταφύγια μνήμης. Για μένα, η Πλατεία Κουμουνδούρου (επίσημα Πλατεία Ελευθερίας) είναι ακριβώς αυτό: ένας ζωντανός καμβάς φορτωμένος με τις πιο ατόφιες αναμνήσεις από τα πρώτα, νεανικά μου χρόνια στην πρωτεύουσα. Παρόλο που οι φωτογραφίες που συνοδεύουν αυτό το κείμενο τραβήχτηκαν μόλις την περασμένη εβδομάδα, η δική μου εσωτερική ματιά ταξιδεύει πολλές δεκαετίες πίσω, στο φως και τις σκιές μιας άλλης εποχής.

Πίσω στη δεκαετία του ’70, η πλατεία αυτή αποτελούσε για μένα το καθημερινό σημείο συνάντησης με την πόλη. Εδώ ήταν το τέρμα αλλά και η αφετηρία του λεωφορείου που έπαιρνα από τον Σκαραμαγκά. Για μια ολόκληρη σχολική χρονιά, όταν φοιτούσα στην Γ’ τάξη του Νυχτερινού Γυμνασίου της οδού Λιοσίων, η Πλατεία Κουμουνδούρου ήταν ο ενδιάμεσος σταθμός της ζωής μου. Θυμάμαι ακόμα την αίσθηση της σιγουριάς, καθώς περίμενα το λεωφορείο στις 10:30 το βράδυ, χειμώνα – καλοκαίρι, χωρίς να νιώθω ίχνος φόβου. Ήταν μέρες αναμφισβήτητα διαφορετικές, ίσως πιο ανθρώπινες και ασφαλείς από τις σημερινές, όπου η διαδρομή αυτή φάνταζε σαν μια μικρή, καθημερινή περιπέτεια γεμάτη προσδοκίες για το μέλλον.

Κοιτάζοντας τις πρόσφατες φωτογραφίες, η πλατεία αποκαλύπτεται κάτω από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Εδώ, το τσιμεντένιο αμφιθέατρο με τα βαθμιδωτά σκαλοπάτια στέκει ήσυχο κάτω από τη σκιά των πυκνών πλατανιών, ενώ στο βάθος διακρίνεται μια εντυπωσιακή αστική τοιχογραφία που δίνει μια σύγχρονη καλλιτεχνική νότα. Η πλατεία σφύζει από τη γαλήνη της φύσης: ψηλά δέντρα, πεύκα και ευκάλυπτοι προσφέρουν πολύτιμη σκιά, ενώ δεκάδες περιστέρια κατακλύζουν το πλακόστρωτο αναζητώντας τροφή. Τα όμορφα μονοπάτια και τα παρτέρια, θυμίζουν περισσότερο ένα αστικό πάρκο παρά μια πολυσύχναστη πλατεία του κέντρου.

Τόσα χρόνια μετά, η Πλατεία Κουμουνδούρου μπορεί να έχει αλλάξει όψη και ρυθμούς, ακολουθώντας την εξέλιξη της ίδιας της Αθήνας, όμως η αύρα της παραμένει ανεξίτηλη. Κάθε δέντρο, κάθε παγκάκι και κάθε γωνιά της συνεχίζουν να ψιθυρίζουν ιστορίες από τα εφηβικά μου χρόνια. Η επιστροφή σε αυτήν, ακόμα και μέσα από τον φωτογραφικό φακό, δεν είναι απλώς μια παρατήρηση του παρόντος, αλλά ένα συγκινητικό ταξίδι στο παρελθόν — μια γλυκιά συνάντηση με τον νεότερο εαυτό μου.