Στην καρδιά της Αθήνας, εκεί που η νεοκλασική αρχιτεκτονική συναντά τη σκουριά και το γκράφιτι, το τετράγωνο Λιοσίων – Μενάνδρου – Μαίζωνος – Σωνιέρου στέκεται ως ένα αίνιγμα αστικής εγκατάλειψης. Οι εικόνες μιλούν από μόνες τους: κτίρια-φαντάσματα με κλειστά παντζούρια, τοίχοι γεμάτοι «συνθήματα» και μια αίσθηση προσωρινότητας που πλανάται στον αέρα.
Η ανθρωπογεωγραφία της περιοχής έχει αλλάξει δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες. Σήμερα, τα σπίτια αυτά φιλοξενούν κυρίως μετανάστες και πρόσφυγες, που βρίσκουν καταφύγιο σε χαμηλού κόστους (συχνά υποβαθμισμένα) καταλύματα. Λίγους εναπομείναντες παλιούς Αθηναίους, που αρνούνται να εγκαταλείψουν τις γειτονιές των παιδικών τους χρόνων. Περαστικούς της «γκρίζας» οικονομίας, καθώς η περιοχή συνορεύει με ζώνες έντονης εμπορικής και παραεμπορικής δραστηριότητας.
Γιατί αρνούνται να βάλουν ονόματα στα κουδούνια τους; Η απάντηση κρύβεται στον φόβο και την ανωνυμία. Σε μια περιοχή όπου η παραβατικότητα παραμονεύει και οι έλεγχοι είναι συχνοί, η ανωνυμία λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας. Πολλοί κάτοικοι ζουν σε καθεστώς αβεβαιότητας —είτε νομικής είτε οικονομικής— και προτιμούν να παραμένουν «αόρατοι» για το κράτος, τους εισπράκτορες ή ακόμα και τους γείτονες. Το κουδούνι χωρίς όνομα είναι το σύμβολο μιας ζωής που δεν θέλει να αφήσει ίχνη.