Υπάρχουν κάποιες μέρες στην Αθήνα που ο ουρανός παίρνει το χρώμα του ξεθωριασμένου τσιμέντου. Είναι αυτές οι χειμωνιάτικες μέρες που ο αέρας κατεβαίνει από την Πατησίων και «ξυρίζει», κάνοντας τα γυμνά κλαδιά των δέντρων να μοιάζουν με νευρικά δάχτυλα που ζητούν κάτι από τον ουρανό. Στη διασταύρωση της Μάρνης με την Αβέρωφ, ο χρόνος μοιάζει να έχει κολλήσει σε ένα «ενδιάμεσο».
Από τη μία, το κίτρινο νεοκλασικό στη γωνία στέκει σαν μια έκπτωτη αρχόντισσα, θυμίζοντας μια Αθήνα που κάποτε φορούσε τα καλά της για να βγει περίπατο. Από την άλλη, οι γκρίζες πολυκατοικίες με τα αμέτρητα κλιματιστικά και τα σημάδια του χρόνου στους τοίχους τους, διηγούνται τη σύγχρονη ιστορία της πόλης: μια ιστορία επιβίωσης και βιασύνης. «Πού να πάνε;» αναρωτιέσαι, κοιτάζοντας τους άδειους δρόμους.
Σε μια τέτοια δύσκολη μέρα, η πόλη μοιάζει να κρατά την ανάσα της. Μια γυναίκα με κόκκινο μπουφάν διασχίζει το δρόμο, κρατώντας μια λευκή σακούλα – ίσως το ψωμί της ημέρας, ίσως λίγα απαραίτητα για να κλειστεί ξανά στη ζεστασιά του σπιτιού της. Είναι η μόνη πινελιά χρώματος σε έναν καμβά από γκρι, κίτρινο και το ξεθωριασμένο μπλε των πινακίδων.