
Δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να έχει περάσει από την Αθήνα και να μην έχει σταθεί, έστω για λίγο, στην Ομόνοια. Είναι το σημείο μηδέν των συναντήσεων, η αφετηρία των μεγάλων αποστάσεων και ο καθρέφτης των «κεφιών» κάθε δημοτικής αρχής που πέρασε από την πόλη. Βρεθήκαμε χθες εκεί για δουλειά και, όπως συμβαίνει πάντα με την Ομόνοια, η κάμερα δεν μπορούσε να μείνει στην τσάντα.

Η πλατεία αυτή την εποχή μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στο χθες που χάνεται και στο σήμερα που τρέχει. Το πιο εντυπωσιακό στην Ομόνοια είναι οι «απουσίες» της. Σταθερές δεκαετιών έχουν μετακινηθεί ή εξαφανιστεί. Το εμβληματικό φαρμακείο του Μπακάκου, το κλασικό σημείο συνάντησης για γενιές και γενιές, έχει δώσει πλέον τη θέση του στα «Αττικά Αρτοποιεία». Εκεί που κάποτε μύριζε ιώδιο και φάρμακα, τώρα η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού κυριαρχεί στη γωνία.

Το μεγάλο σιντριβάνι, στην τωρινή του μορφή, δίνει μια ανάσα δροσιάς και μια αίσθηση «ανοιχτού» χώρου, θυμίζοντας κάτι από την παλιά αίγλη της πλατείας, πριν τις τσιμεντένιες παρεμβάσεις των προηγούμενων ετών. Περπατώντας στην 3ης Σεπτεμβρίου, οι «Winter Sales» (χειμερινές εκπτώσεις) στις βιτρίνες του Παπαγεωργίου και των άλλων ιστορικών καταστημάτων δίνουν τον ρυθμό.

Ο κόσμος βιαστικός, όπως πάντα, με τα μάτια άλλοτε στις προσφορές και άλλοτε στο κινητό, συνθέτει το μωσαϊκό της καθημερινότητας στην καρδιά της πρωτεύουσας. Η Ομόνοια αλλάζει πρόσωπο, αλλά η ενέργειά της παραμένει ίδια: θορυβώδης, αυθεντική και αθεράπευτα αθηναϊκή. Επειδή το υλικό είναι πολύ, αυτή είναι μόνο η πρώτη γεύση. Θα επανέλθω σύντομα με νέες λήψεις και περισσότερες σκέψεις από το «κέντρο του κέντρου»…