
Κάποιες μυρωδιές λειτουργούν σαν “χρονομηχανή”. Για μένα, η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού στη γωνία Κρέοντος και Ρόδου είναι μία από αυτές. Με γυρνάει πίσω στη δεκαετία του ’90, τότε που έμενα εδώ κοντά και η καθημερινή ιεροτελεστία περιλάμβανε μια στάση στον φούρνο του Σιόμπολα. Δεν ήταν απλώς ο “φούρνος της γειτονιάς”· ήταν ο προορισμός. Πήγαινα επί τούτου για το ψωμί τους, γιατί είχε εκείνη την αληθινή γεύση που δύσκολα έβρισκες αλλού.

Σήμερα, το αρτοποιείο έχει περάσει στα χέρια της επόμενης γενιάς. Είναι συγκινητικό να βλέπεις μια οικογενειακή επιχείρηση να αντέχει στον χρόνο. Σε μια εποχή που τα σούπερ μάρκετ έχουν κατακλύσει την αγορά με προζυμωμένο, κατεψυγμένο ψωμί που απλώς “τελειώνει” σε ηλεκτρικούς φούρνους, η οικογένεια Σιόμπολα επιμένει στην παράδοση. Είναι μια “μάχη ζωής” αυτή που δίνουν οι άνθρωποι της βιοτεχνικής αρτοποιίας.

Χρειάζεται μεράκι, ξύπνημα από τα χαράματα και μια εμμονή στην ποιότητα που δεν συμβιβάζεται. Αυτό το πείσμα τους είναι που με κάνει να τους εκτιμώ ακόμα περισσότερο. Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψή μου για το απαραίτητο καρβέλι, άφησα τα βήματά μου να με οδηγήσουν λίγο πιο κάτω, στην οδό Ρόδου. Κατηφορίζοντας προς το αμαξοστάσιο του Μετρό, το τοπίο αλλάζει. Εκεί που κάποτε εκτείνονταν οι ξακουστοί λαχανόκηποι των Σεπολίων, τώρα η πόλη έχει πάρει άλλη μορφή.

Παρά την τσιμεντοποίηση και τους γρήγορους ρυθμούς της Αθήνας, αυτή η γωνιά της πόλης κρύβει ακόμα ψήγματα από την παλιά της ταυτότητα. Είναι αυτές οι μικρές οάσεις, όπως ο φούρνος στη γωνία, που μας υπενθυμίζουν ότι η γειτονιά παραμένει ζωντανή όσο υπάρχουν άνθρωποι που την πονούν και τη φροντίζουν. Αν βρεθείτε στα Σεπόλια, κάντε μια χάρη στον εαυτό σας. Αφήστε για λίγο το τυποποιημένο ψωμί και αναζητήστε την αυθεντική γεύση. Αξίζει να στηρίζουμε εκείνους που “επιμένουν παραδοσιακά”.