
Υπάρχει μια παράξενη γοητεία στην Αθήνα λίγο πριν το χιόνι. Είναι μια στιγμή που η πόλη μοιάζει να κρατά την ανάσα της. Αυτή την Κυριακή, με τα αυτιά στραμμένα στις προβλέψεις των μετεωρολόγων και την ελπίδα για μια “άσπρη μέρα” να σιγοβράζει, αφήσαμε το σπίτι και βγήκαμε έξω. Προορισμός μας; Η οδός Λεάνδρου στον Κολωνό. Ο Κολωνός δεν χρειάζεται φίλτρα για να σου διηγηθεί την ιστορία του.

Στη Λεάνδρου, τα δέντρα είναι οι πιο πιστοί μάρτυρες των εποχών. Σταματάμε μπροστά στις νεραντζιές. Φορτωμένες με εκείνο το βαθύ, πεισματάρικο πορτοκαλί, μοιάζουν με μικρά φαναράκια που αρνούνται να σβήσουν μέσα στο γκρίζο του χειμώνα. Είναι το “σήμα κατατεθέν” της αθηναϊκής γειτονιάς, μια υπόσχεση ζωντάνιας ακόμα και όταν το κρύο αρχίζει να τσιμπάει τα μάγουλα.

Λίγο πιο πέρα, οι μουριές και τα πλατάνια της γειτονιάς παίζουν το δικό τους παιχνίδι. Άλλα δέντρα έχουν κρατήσει τα τελευταία τους κίτρινα φύλλα – εκείνο το χρυσό της παρακμής που ομορφαίνει τα πεζοδρόμια – και άλλα στέκουν ήδη γυμνά, σαν λεπτές σιλουέτες που περιμένουν το χιόνι να τους φορέσει το λευκό του παλτό. Καθώς ανηφορίζουμε, η μυρωδιά του φρέσκου καφέ και του ζεστού ψωμιού μας οδηγεί.

Στη γωνία, ο φούρνος της γειτονιάς είναι ο “φάρος” της Κυριακής. Μια κυρία με το παλτό της παίρνει τις τελευταίες προμήθειες, μια γρήγορη καλημέρα ανταλλάσσεται, και η κόκκινη στάμνα στην είσοδο δίνει μια απρόσμενη πινελιά χρώματος στο πέτρινο δάπεδο. Είναι αυτή η οικειότητα που κάνει τον Κολωνό να μοιάζει με χωριό μέσα στην καρδιά της πόλης.