Από το Κάστρο του Φαναρίου στα Κανάλια…

Η ελληνική περιφέρεια αυτή την εποχή είναι στα καλύτερά της. Το βαθύ μπλε του ουρανού συναντά το έντονο πράσινο της ανοιξιάτικης γης, δημιουργώντας ένα σκηνικό που σε καλεί να το εξερευνήσεις. Στεκόμαστε λίγο έξω από το Φανάρι Καρδίτσας. Από μακριά, το βλέμμα μαγνητίζει αμέσως το επιβλητικό Βυζαντινό Κάστρο. Χτισμένο σε μια θέση στρατηγική, δεσπόζει πάνω από τον κάμπο, θυμίζοντας την πλούσια ιστορία της περιοχής που υπήρξε πέρασμα και οχυρό για αιώνες.

Οι πέτρινοι τοίχοι του μοιάζουν να φυλάνε ακόμα μυστικά από την εποχή των Παλαιολόγων. Κατεβάζοντας όμως το βλέμμα χαμηλά, ο δρόμος ξετυλίγεται μπροστά μας και μας οδηγεί προς μια άλλη κατεύθυνση, πιο προσωπική και συναισθηματική. Είναι ο δρόμος που πάει για τα Κανάλια. Αυτό το χωριό δεν είναι απλώς ένας προορισμός στον χάρτη· είναι ο τόπος του φίλου μας του Άρη.

Είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε τα Κανάλια μέσα από τα δικά του μάτια, με τις δικές του ιστορίες και τη δική του αγάπη για το χωριό του, πριν «φύγει» από κοντά μας. Σήμερα, η διαδρομή αυτή αποκτά μια άλλη αξία. Κάθε στροφή του δρόμου, κάθε εικόνα από τα σπίτια που αχνοφαίνονται στο βάθος, είναι ένας φόρος τιμής στη μνήμη του. Η ομορφιά της ελληνικής υπαίθρου είναι πάντα εκεί, αλλά είναι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε αυτοί που δίνουν την τελική πινελιά και το νόημα σε κάθε μας οδοιπορικό.
Εκεί που ο χρόνος σταματά κάτω από τα πλατάνια

Η επιστροφή από τους Γόννους δεν είναι ποτέ ένας οριστικός αποχαιρετισμός· είναι περισσότερο μια υπόσχεση. Περάσαμε μια εβδομάδα σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο της Λάρισας, γεμίζοντας τις αποσκευές μας με εικόνες, αρώματα και, κυρίως, με την αυθεντική φιλοξενία των ανθρώπων του.

Αν οι Γόννοι έχουν ένα κέντρο βάρους, αυτό είναι αναμφίβολα η πλατεία τους. Εκεί που οι τεράστιοι, επιβλητικοί πλάτανοι απλώνουν τη σκιά τους σαν μια μεγάλη αγκαλιά, προστατεύοντας τις κουβέντες και τις στιγμές μας. Στα τραπεζάκια του «Πλάτανου» και στα «Δύο Δέντρα», η ιεροτελεστία είναι απλή αλλά ουσιαστική: Ο πρωινός καφές, που συνοδεύεται από την ησυχία της φύσης και το κελάηδισμα των πουλιών.

Το μεσημεριανό τσιπουράκι, που φέρνει κοντά τις παρέες και ανοίγει τις καρδιές. Οι ιστορίες του τόπου, που ξεδιπλώνονται αργά, ανάμεσα σε πολιτικές συζητήσεις και τοπικά νέα. Κοιτάζοντας την προτομή του Στέφανου Βαλασσόπουλου και την πέτρινη βρύση που δροσίζει την πλατεία, συνειδητοποιείς τη βαθιά ιστορία αυτού του χωριού.

Είναι ένας τόπος που σε καλεί να χαμηλώσεις τους ρυθμούς σου, να ακούσεις το τρεχούμενο νερό και να στοχαστείς. Μια εβδομάδα στάθηκε αρκετή για να αγαπήσουμε τους Γόννους, αλλά σίγουρα όχι αρκετή για να τους «μάθουμε» ολοκληρωτικά. Και ίσως αυτό να ήταν το κέρδος μας. «Σκόπιμα αφήσαμε κάτι πίσω μας… μια εκκρεμότητα, μια αφορμή για την επόμενη φορά. Γιατί στους Γόννους δεν πηγαίνεις απλώς· επιστρέφεις.»























Δυστυχώς αυτή είναι η κατάντια του κράτους (όχι της Χώρας) και της τωρινής αδιάφορης τοπικής αυτοδιοίκησης!! Κρίμα....! Δεν υπάρχουν άνθρωποι…