Η ομορφιά της απλότητας, το «λίγο» υπερπλήρες


Υπάρχουν βράδια που η ησυχία του σπιτιού γίνεται ο καλύτερος συνδαιτυμόνας. Βράδια που δεν αναζητάς περίπλοκες συνταγές, γκουρμέ πιάτα ή γεμάτα τραπέζια για να νιώσεις χορτάτος. Γιατί, καμιά φορά, η μεγαλύτερη πολυτέλεια κρύβεται στην απόλυτη απλότητα.
Ένα τέτοιο, λιτό γεύμα είναι αρκετό για να σου θυμίσει τι σημαίνει αληθινή γεύση:
- Αυγά βραστά, φρέσκα, κατευθείαν από το κοτέτσι του χωριού.
- Ντομάτα κομμένη όπως-όπως, με μπόλικη, αυθεντική φέτα από πάνω.
- Χωριάτικο ψωμί, μεστό και μυρωδάτο, ιδανικό για την απαραίτητη «βούτα».
- Λίγο σπιτικό κρασάκι στο ποτήρι, ίσα για να ζεστάνει την κουβέντα με τον εαυτό μας.
Κοιτάζοντας αυτό το πιάτο, αναρωτιέμαι: Υπάρχει άραγε κάτι καλύτερο; Σε έναν κόσμο που τρέχει με χίλια και συχνά αναλώνεται στο «φαίνεσθαι», αυτά τα αγνά υλικά μάς επιστρέφουν στις ρίζες μας. Είναι η γεύση της παράδοσης, ο κόπος των δικών μας ανθρώπων στο χωριό, η θαλπωρή των παιδικών μας χρόνων.
Αυτό το βραδινό μπορεί να μοιάζει μοναχικό, αλλά στην πραγματικότητα είναι γεμάτο. Γεμάτο από την ηρεμία που τόσο έχουμε ανάγκη και από τη συνειδητοποίηση ότι τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή δεν κοστίζουν ακριβά. Βρίσκονται στην απλότητα ενός καθαρού πιάτου και στην ησυχία μιας όμορφης στιγμής.
Αναμνήσεις, ανάμεσα στο χθες και το σήμερα

Υπάρχουν κάποιες πόλεις που δεν τις επισκέπτεσαι απλώς· τις κουβαλάς μέσα σου. Για μένα, ο Βόλος είναι ένας τέτοιος τόπος. Ένας σταθμός γεμάτος ζωντανές μνήμες από το μακρινό 1981, όταν πέρασα εκεί σχεδόν οκτώ μήνες της ζωής μου, υπηρετώντας τη μισή μου στρατιωτική θητεία στο ιστορικό στρατόπεδο των Πεζοναυτών στη Νέα Ιωνία. Τότε, παιδιά ακόμα, ίσως να μην είχαμε τα μάτια ή την εμπειρία να «διαβάσουμε» ολόκληρη την ιστορία και την αρχιτεκτονική της πόλης.

Είχαμε όμως τη νεανική ορμή να τη ζήσουμε. Κι έτσι, οι ομορφότερες αναμνήσεις εκείνης της εποχής σφραγίστηκαν με τις γεύσεις και τις μυρωδιές από τις παραδοσιακές ταβέρνες και τα περίφημα τσιπουράδικα, εκεί όπου η παρέα και η απλότητα έδιναν νόημα στις μικρές αποδράσεις της στρατιωτικής ζωής. Φέτος, στις αρχές Μαΐου, ο δρόμος μας έφερε ξανά στα γνώριμα λημέρια. Επιστρέφοντας από τους όμορφους Γόννους της Λάρισας με κατεύθυνση προς την Αθήνα, δεν γινόταν να μην κάνουμε μια στάση.

Μια σύντομη, αλλά γεμάτη συναίσθημα, συνάντηση με το παρελθόν. Περπατώντας ξανά στο απέραντο πλακόστρωτο της παραλίας του Βόλου, κάτω από τον ήσυχο, ανοιξιάτικο ουρανό, ένιωσα τον χρόνο να εκμηδενίζεται. Το εμβληματικό, κίτρινο κτίριο του Παπαστράτου (που σήμερα στεγάζει το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας) με τον χαρακτηριστικό του τρούλο, στέκει πάντα εκεί, σαν αιώνιος φάρος της πόλης. Λίγο πιο πέρα, το διάσημο «κορδόνι», η μακριά προβλήτα που μπαίνει μέσα στη θάλασσα, συνεχίζει να οδηγεί τα βήματα ντόπιων και επισκεπτών προς τον κυματοθραύστη, με φόντο τα ιστιοπλοϊκά και τα ήρεμα νερά του Παγασητικού.

Ο Βόλος έχει αλλάξει, έχει εκσυγχρονιστεί, έχει αποκτήσει νέους ρυθμούς –τα σύγχρονα ηλεκτρικά πατίνια που βλέπει κανείς τώρα διάσπαρτα στην παραλία είναι η τρανή απόδειξη του σήμερα. Όμως, η βασική του αύρα, αυτή η μοναδική θαλασσινή αύρα που ανακατεύεται με τον αέρα του Πηλίου, παραμένει ανέγγιχτη. Αυτό το σύντομο πέρασμα του Μαΐου ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή στάση για ξεκούραση. Ήταν ένα ταξίδι στον χρόνο. Μια ευκαιρία να ξυπνήσουν εκείνες οι παλιές, όμορφες αναμνήσεις και να επιβεβαιώσω για ακόμα μια φορά γιατί αυτή την πόλη, όσοι την έζησαν, δεν μπορούν παρά να την αγαπούν για πάντα.























Δυστυχώς αυτή είναι η κατάντια του κράτους (όχι της Χώρας) και της τωρινής αδιάφορης τοπικής αυτοδιοίκησης!! Κρίμα....! Δεν υπάρχουν άνθρωποι…