Αρχική » Ταξίδια (Σελίδα 14)
Αρχείο κατηγορίας Ταξίδια
Στις Ποίσσες της Κέας, συναντήσαμε την ιστορία

Συνεχίζοντας το οδοιπορικό μας στην πανέμορφη Τζιά, κοντεύουμε πλέον να προβάλουμε σχεδόν όλα τα μέρη που επισκεφθήκαμε κατά τη διάρκεια των ολιγοήμερων διακοπών μας στο κυκλαδίτικο νησί. Λέω «σχεδόν», γιατί κρατάμε ακόμα στην «καβάτζα» μας αρκετά επιμέρους σημεία, κρυφές γωνιές και εικόνες που θέλουμε πολύ να σας δείξουμε, ξετυλίγοντας παράλληλα την ιστορία που μάθαμε γι’ αυτά. Οι μέρες μας στο νησί ήταν κυριολεκτικά παραγωγικές, γεμάτες εξερεύνηση, καταγραφές και φωτογραφίες που αποτυπώνουν την αυθεντική του αύρα.

Στην πανέμορφη παραλία στις Ποίσσες βρεθήκαμε αμέσως μετά την επίσκεψή μας στον κοσμοπολίτικο Κούνδουρο, την ίδια εκείνη ημέρα που επιλέξαμε να γυρίσουμε το εσωτερικό της Κέας. Έτσι κι αλλιώς, το νησί δεν είναι τεράστιο· μέσα σε δύο με τρεις ώρες μπορείς άνετα να το γυρίσεις ολόκληρο με το αυτοκίνητο, απολαμβάνοντας τις εναλλαγές του τοπίου από τις άγριες βραχώδεις πλαγιές στις καταπράσινες κοιλάδες. Φτάνοντας στις Ποίσσες, αντικρίζεις έναν απάνεμο όρμο που αγκαλιάζεται από λόφους, προσφέροντας μια αίσθηση απόλυτης γαλήνης.

Η χρυσή αμμουδιά, τα πεντακάθαρα νερά και η ηρεμία που επικρατεί εκεί το καθιστούν ένα από τα πιο ξεχωριστά σημεία του νησιού. Η αντίθεση ανάμεσα στη λιτή, ήρεμη ακτή, τις παραδοσιακές ξύλινες κατασκευές στην άμμο και το πέτρινο λιμανάκι στην άκρη του κόλπου δημιουργεί το ιδανικό σκηνικό για χαλάρωση και περισυλλογή. Οι Ποίσσες δεν είναι απλώς ένας όμορφος προορισμός για βουτιά· είναι ένας τόπος με βαθιές ρίζες, καθώς εδώ βρισκόταν η αρχαία Ποιήεσσα, μία από τις τέσσερις πόλεις-κράτη της αρχαίας Κέας.

Η κοιλάδα που οδηγεί στην παραλία είναι γεμάτη με μπαξέδες και ελαιώνες, μαρτυρώντας τη διαχρονική παραγωγικότητα αυτής της πλευράς του νησιού. Μείνετε συντονισμένοι, καθώς το ταξίδι μας στην Κέα έχει ακόμα πολλές σελίδες να γυρίσει. Πολύ σύντομα θα μοιραστούμε μαζί σας όλες τις ιστορικές λεπτομέρειες, τα μνημεία και τις προσωπικές μας εμπειρίες από τις κρυμμένες ομορφιές αυτού του τόπου που μας μάγεψε από την πρώτη στιγμή!
Η χούφτα γεμάτη καλοκαίρι, από την Αναστασιά


Η αρχή του καλοκαιριού έχει τη δική της ξεχωριστή γεύση και φέτος, αυτή η γεύση μάς έρχεται απευθείας από τη Μακεδονία. Ο καλός μας φίλος, ο Ηλίας, από την Αναστασιά Σερρών, φρόντισε να μας θυμίσει τι σημαίνει αυθεντική φιλοξενία και βορειοελλαδίτικη «μεγάλη καρδιά».
Αυτές τις μέρες, ο Ηλίας μάς έστειλε ένα υπέροχο φωτογραφικό δείγμα από τη φετινή του σοδειά. Οι εικόνες μιλούν από μόνες τους και μας ανοίγουν την όρεξη!
Στην πρώτη φωτογραφία, βλέπουμε τους καρπούς της προσπάθειάς του: ζουμερά, κατακόκκινα και ώριμα μαύρα μούρα, έτοιμα για κατανάλωση. Αν κάτι χαρακτηρίζει το κτήμα του Ηλία, είναι η αφθονία, αφού όπως λέει και ο ίδιος, «απ’ αυτά κι αν έχει!».
Κεράσια κάτω από τον γαλάζιο ουρανό
Η συνέχεια ανήκει στα κεράσια. Τα κατακόκκινα κεράσια κρέμονται από τα κλαδιά των δέντρων, λαμπιρίζοντας κάτω από τον κατακάθαρο σερραϊκό ουρανό. Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που απολαμβάνουμε τους θησαυρούς του. Στο παρελθόν, ο Ηλίας μάς έχει κακομάθει στέλνοντάς μας φρέσκα κεράσια με τον πιο παραδοσιακό, «φυσικό» τρόπο: με το ΚΤΕΛ, κατευθείαν από το δέντρο στο τραπέζι μας.
Η φύση σε πλήρη εξέλιξη
Στη τελευταία φωτογραφία αποτυπώνεται η ίδια η παραγωγική διαδικασία πάνω στα δέντρα, με τα μούρα να ωριμάζουν σταδιακά ανάμεσα στα καταπράσινα φύλλα, υποσχόμενα ακόμα περισσότερες γλυκές στιγμές για τη συνέχεια του καλοκαιριού.
Άνθρωποι σαν τον Ηλία, γεμάτοι μεράκι και γενναιοδωρία, μας θυμίζουν την ομορφιά της ελληνικής επαρχίας και τη δύναμη της αληθινής φιλίας.
Ηλία, σε ευχαριστούμε για τις εικόνες και τις γεύσεις! Και του χρόνου με υγεία!

Η ανθρώπινη ορμή συναντά το απέραντο γαλάζιο

Ο Κούνδουρος στη Τζιά είναι μια περιοχή που τα τελευταία χρόνια βιώνει μια εντυπωσιακή, σχεδόν καταιγιστική ανάπτυξη και ανοικοδόμηση. Το τοπίο γύρω σου σε μαγνητίζει: μια ήρεμη, βαθιά θάλασσα που εναλλάσσεται απότομα από τα αβαθή νερά της στους άγριους βράχους, κι από εκεί σε φιλόξενες, χρυσές αμμουδιές. Όμως, αν στρέψεις το βλέμμα λίγο πιο μακριά από την ακτογραμμή, η εικόνα αλλάζει ρυθμό.

Γυρίζοντας την περιοχή, χάνεις γρήγορα τον λογαριασμό. Οι νέες οικοδομές που βρίσκονται σε εξέλιξη είναι τόσες πολλές, που δεν προλαβαίνεις να τις μετρήσεις. Μια κατασκευαστική δραστηριότητα σε πλήρη ένταση. Εργαζόμενοι, εργολάβοι, πολιτικοί μηχανικοί… ένας ολόκληρος μελισσώνας ανθρώπων που δουλεύουν με μια συγκλονιστική αφοσίωση. Δουλεύουν με τέτοιο πάθος και ρυθμό, σαν να επρόκειτο να ζήσουν για πάντα.

Κοιτάζοντας αυτή την εικόνα, δεν μπορείς να μην κάνεις μια βαθύτερη σκέψη για την ίδια την ανθρώπινη φύση. Οι άνθρωποι είμαστε πλασμένοι να κάνουμε σχέδια, να χτίζουμε, να δημιουργούμε και να παλεύουμε καθημερινά για να υλοποιήσουμε τα οράματά μας. Είναι η εσωτερική μας ανάγκη να αφήσουμε ένα αποτύπωμα στον χώρο.

Το παράδοξο, ίσως και το «κακό» για εμάς, είναι ότι αυτή η αστείρευτη ορμή για δημιουργία έρχεται αντιμέτωπη με ένα πολύ συγκεκριμένο, προκαθορισμένο προσδόκιμο όριο ζωής. Χτίζουμε για το «πάντα», έχοντας στη διάθεσή μας μόνο ένα «για λίγο». Κι όμως, αυτή ακριβώς η αντίθεση είναι που κάνει την προσπάθεια των ανθρώπων τόσο συγκινητική, όσο και το ίδιο το κυκλαδίτικο τοπίο που τους φιλοξενεί.
Ιστορίες του λιμανιού, το πρωινό καράβι της Κέας

Η ώρα είναι έξι το πρωί. Στο λιμάνι της Κέας, την Κορησσία, η θάλασσα μοιάζει με καθρέφτη, αρυτίδωτη από τα μελτέμια, αγκαλιάζοντας τις πρώτες αχτίδες του ήλιου που ξεπροβάλλουν πίσω από τους ξερούς λόφους. Το πρωινό καράβι, έτοιμο για αναχώρηση, στέκει επιβλητικό στην προβλήτα, αποτελώντας τη ζωντανή γέφυρα του νησιού με τη στερεά Ελλάδα. Εδώ, ο τόπος είναι μικρός, οι άνθρωποι γνωρίζονται με τα μικρά τους ονόματα και η καθημερινότητα έχει μια δική της, αθόρυβη ιεροτελεστία.

Στη Τζιά, οι καπετάνιοι κουβαλούν μια παλιά, άγραφη ναυτική ευγένεια· σέβονται την ησυχία του νησιού και των ανθρώπων του. Οι δυνατοί ήχοι των σειρήνων, που σε άλλα μεγάλα λιμάνια σκίζουν τον αέρα, εδώ απουσιάζουν τις πρώτες πρωινές ώρες. Η αναχώρηση γίνεται σχεδόν ψιθυριστά. Το πλοίο θα «φωνάξει» μόνο αν είναι απόλυτη ανάγκη — αν κάποιο τουριστικό σκάφος ή ιστιοφόρο έχει δέσει απρόσεκτα μέσα στον δίαυλο, εμποδίζοντας τους χειρισμούς εισόδου ή εξόδου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η επιβίβαση και το λύσιμο των κάβων γίνονται με μια φυσική, σχεδόν μαγική σιωπή.

Το ρολόι δείχνει ακριβώς 06:00 όταν οι προπέλες αρχίζουν να γυρίζουν, αφήνοντας πίσω τους το ιστορικό κτίριο του παλιού Δημοτικού Σχολείου. Η σκέψη και μόνο του τι επιτυγχάνεται με αυτό το δρομολόγιο προκαλεί δέος. Ένας εργαζόμενος που πρέπει να βρίσκεται στο γραφείο του στην Αθήνα στις οκτώ το πρωί, μπορεί θεωρητικά να πιει τον πρώτο του καφέ εν πλω. Μετά από ένα σύντομο ταξίδι μιας ώρας, αν τον περιμένει μια αξιόπιστη μοτοσυκλέτα στο λιμάνι του Λαυρίου, μπορεί να βρίσκεται στο κέντρο της πρωτεύουσας σχεδόν στην ώρα του, χωρίς καμία ουσιαστική καθυστέρηση.

Αυτό το καθημερινό πηγαινέλα κρύβει μέσα του μια γοητεία μοναδική, που δύσκολα συναντά κανείς αλλού στον κόσμο. Το να ξυπνάς στην ηρεμία ενός κυκλαδίτικου νησιού, να μεταφέρεσαι μέσα σε λίγη ώρα στην καρδιά της πολύβουης πρωτεύουσας για τις υποχρεώσεις της ημέρας, και το ίδιο απόγευμα να επιστρέφεις πίσω, παρακολουθώντας το ηλιοβασίλεμα να βάφει κόκκινο το λιμάνι, είναι ένα προνόμιο ανεκτίμητο. Είναι αυτή η μικρή, θαυμαστή ιδιαιτερότητα της Ελλάδας: να ζεις στην απομόνωση του Αιγαίου και ταυτόχρονα να απέχεις μόλις μια ανάσα από το κέντρο των εξελίξεων.
Μια στάση, που είχε κάτι ωραίο να μας δώσει

Η Κορησσία, όπου επιλέξαμε να μείνουμε σε αυτό μας το ταξίδι, προσφέρει μια υπέροχη βάση, αλλά όταν βρίσκεσαι στην Κέα (Τζιά), υπάρχει ένας προορισμός που απλά δεν γίνεται να προσπεράσεις. Μια σύντομη και πανέμορφη διαδρομή δίπλα στη θάλασσα σε φέρνει στο Βουρκάρι. Το Βουρκάρι είναι το κοσμοπολίτικο λιμανάκι του νησιού.

Ένας τόπος παραθαλάσσιος, γεμάτος ζωντάνια, όπου τα πολυτελή κότερα και τα ιστιοπλοϊκά λικνίζονται απαλά στα γαλαζοπράσινα, διάφανα νερά, δημιουργώντας ένα σκηνικό που μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής. Περπατώντας κατά μήκος του προβλήτα, η αίσθηση της κυκλαδίτικης αύρας σε κατακλύζει. Από τη μία πλευρά, οι παραδοσιακές ξύλινες ψαρόβαρκες με τα δίχτυα τους δεμένες πλάι-πλάι με σύγχρονα σκάφη αναψυχής, κι από την άλλη, ο κόσμος που απολαμβάνει τη βόλτα του.

Παρά τον κοσμοπολίτικο αέρα του, το χωριό διατηρεί μια αυθεντική κομψότητα. Τα εμπορικά μαγαζιά του είναι προσεγμένα και γεμάτα γούστο, ενώ τα καφέ και τα μεζεδοπωλεία προσφέρουν την ιδανική κρυψώνα για να πάρεις μια ανάσα δροσιάς μέσα στην καλοκαιρινή ζέστη, απολαμβάνοντας έναν παγωμένο καφέ ή ένα ντόπιο κέρασμα.

Πάντα έχει κάτι να μας δώσει αυτός ο τόπος κάθε φορά που τον επισκεπτόμαστε. Αλλά τούτη τη φορά, νιώσαμε ότι μας πρόσεξε ιδιαίτερα. Ανάμεσα στις βόλτες, τις γεύσεις και τις εικόνες, μας αποκάλυψε και αυτό που ψάχναμε με επιμονή σε ολόκληρο το νησί: τη δική μας μουριά, φορτωμένη με ζουμερά μούρα, σαν ένα μικρό, γλυκό καλωσόρισμα της φύσης.
Ζεστό «καλωσόρισμα», γλυκό «αντίο» στη Τζιά


Υπάρχουν κάποιοι τόποι που καταφέρνουν να σε κερδίσουν από την πρώτη κιόλας στιγμή που πατάς το πόδι σου στην προβλήτα, αλλά και να σου αφήσουν την πιο γλυκιά γεύση όταν έρχεται η ώρα του αποχωρισμού. Η Κορησσία, το γραφικό και ολοζώντανο λιμάνι της Κέας (Τζιας), είναι ακριβώς ένας τέτοιος προορισμός. Χτισμένη στον μυχό ενός ασφαλούς κόλπου, αποτελεί τον βασικό πνεύμονα του νησιού και την πρώτη εικόνα που αντικρίζει ο ταξιδιώτης, γεμάτη φως, κυκλαδίτικα χρώματα και μια αυθεντική νησιώτικη αύρα.
Κοιτάζοντας το λιμάνι από ψηλά, η εικόνα αποτυπώνει όλη την ουσία των ελληνικών καλοκαιριών. Το «Μαρμάρι», το πλοίο της γραμμής, στέκει επιβλητικό και δεμένο στην προβλήτα, έτοιμο να υποδεχτεί τους ταξιδιώτες για το ταξίδι της επιστροφής στην Αθήνα. Η θέα αυτή, καθώς το φως του απογεύματος αρχίζει να μαλακώνει, κλείνει μέσα της όλη τη μελαγχολία αλλά και τη γεμάτη αναμνήσεις ομορφιά που χαρακτηρίζει το τέλος κάθε απόδρασης. Από αυτό εδώ το σημείο ξεκινά και ο κεντρικός οδικός άξονας, μια ζωτική αρτηρία που διασχίζει το νησί και οδηγεί προς την Ιουλίδα, την πρωτεύουσα της Κέας, καθώς και προς τις υπόλοιπες κρυμμένες ομορφιές της ενδοχώρας και των παραλιών.
Η ζωντάνια του παραλιακού δρόμου
Κατεβαίνοντας στο επίπεδο της θάλασσας, ο παραλιακός δρόμος σφύζει από ζωή και κίνηση. Στη μία πλευρά, μια μακριά σειρά από ιστιοπλοϊκά και πολυτελή τουριστικά σκάφη βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο στα ήρεμα νερά, προσθέτοντας μια κοσμοπολίτικη νότα στο τοπίο. Τα κατάρτια τους υψώνονται προς τον καθαρό ουρανό, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό γεωμετρικό σκηνικό που καθρεφτίζεται στη θάλασσα.
Από την άλλη πλευρά, τα παραδοσιακά λευκά κτίρια στεγάζουν κάθε λογής μαγαζιά: από περιποιημένα καφέ, μεζεδοπωλεία και ταβέρνες που μοσχοβολούν φρέσκο ψάρι, μέχρι μικρά, προσεγμένα καταστήματα με αναμνηστικά, τοπικά προϊόντα και είδη λαϊκής τέχνης. Είναι το ιδανικό σημείο για να χαλαρώσει κανείς, να απολαύσει έναν καφέ ή ένα γεύμα χαζεύοντας την περατζάδα και την κίνηση των σκαφών.
Η μαγεία της νύχτας
Όταν το σκοτάδι πέφτει, η Κορησσία μεταμορφώνεται και αποκαλύπτει το πιο όμορφο πρόσωπό της. Η απαγόρευση της πρόσβασης στα Ι.Χ. κατά τις βραδινές ώρες αλλάζει ριζικά την ατμόσφαιρα, μετατρέποντας ολόκληρο το λιμάνι σε έναν απέραντο, ήσυχο πεζόδρομο. Χωρίς τον θόρυβο και την αναστάτωση των αυτοκινήτων, η βόλτα δίπλα στο κύμα γίνεται ακόμα πιο ρομαντική και χαλαρωτική. Οι ήχοι της θάλασσας, οι ψίθυροι των περαστικών και οι χαμηλές μουσικές από τα μαγαζιά γίνονται ένα, προσκαλώντας σε για έναν ατελείωτο νυχτερινό περίπατο.
Καθώς ετοιμαζόμαστε να επιβιβαστούμε στο πλοίο, μια τελευταία ματιά στην Κορησσία είναι αρκετή για να επισφραγίσει την υπόσχεση της επιστροφής. Η Τζια, τόσο κοντά στην Αττική κι όμως τόσο μακριά στην καθημερινότητά της, μας αποχαιρετά με τον πιο όμορφο τρόπο, αφήνοντάς μας με την προσμονή για το επόμενο καλοκαιρινό λιμάνι.

Στα σπλάχνα του εργοστασίου εμαγιέ, στην Κέα

Κάθε φορά που το πλοίο δένει στο λιμάνι της Κορησσίας, το βλέμμα μαγνητίζεται αναπόφευκτα από την επιβλητική καμινάδα των 45 μέτρων. Είναι το απόλυτο τοπόσημο της Τζιάς, ένας σιωπηλός γίγαντας από τούβλα που ορθώνεται στον τζιώτικο ουρανό, κουβαλώντας στις πλάτες του μια ολόκληρη εποχή. Είχαμε ξανακάνει δημοσίευμα για το ιστορικό εργοστάσιο Εμαγιέ και Μεταλλουργίας της Κέας, όμως αυτό το μέρος έχει μια παράξενη ενέργεια. Σε τραβάει κοντά του σαν μαγνήτης.

Αυτή τη φορά, αποφασίσαμε να μην αρκεστούμε στην εξωτερική παρατήρηση. Περάσαμε το κατώφλι του, μπήκαμε στα σπλάχνα του και αντικρίσαμε το εσωτερικό του, εκεί όπου άλλοτε χτυπούσε η καρδιά της ελληνικής βιομηχανίας σμάλτου. Οι φωτογραφίες από το εσωτερικό αποτυπώνουν ανάγλυφα το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του δομή. Σκελετοί από οπλισμένο σκυρόδεμα, ψηλά παράθυρα που κάποτε άφηναν το φως να πέφτει πάνω σε θορυβώδεις πρέσες, και πέτρινοι τοίχοι που κλείνουν μέσα τους τις φωνές εκατοντάδων εργατών.

Σήμερα επικρατεί μια απόκοσμη ηρεμία. Το δάπεδο, σκαμμένο και γεμάτο μπάζα, ξύλα και σκόνη, μοιάζει με σκηνικό ταινίας. Στέκεσαι κάτω από τα μεγάλα δοκάρια και νιώθεις δέος, αναλογιζόμενος ότι αυτό το άδειο κουφάρι «έθρεψε» γενιές και γενιές στο νησί. Ιδρυμένο το 1927, το εργοστάσιο αυτό υπήρξε το μοναδικό στην Ελλάδα και το μεγαλύτερο σε ολόκληρη τη Μεσόγειο που παρήγαγε επισμαλτωμένα σκεύη οικιακής χρήσης. Από εδώ έβγαιναν τα περίφημα εμαγιέ πιάτα, οι κούπες και οι κατσαρόλες που στόλιζαν κάθε ελληνικό νοικοκυριό.

Κι όχι μόνο: στα χρόνια του Μεσοπολέμου και κατά την προετοιμασία για το έπος του ’40, το εργοστάσιο ανέλαβε την κατασκευή των αλουμινένιων παγουριών και των θρυλικών ελληνικών στρατιωτικών κρανών, φτάνοντας να παράγει χιλιάδες κομμάτια τον μήνα. Ήταν η εποχή που το εργοστάσιο «έδινε ψωμί» σε εκατοντάδες οικογένειες, μετατρέποντας την Κέα σε έναν ζωντανό βιομηχανικό κόμβο. Το ερώτημα που μας βασανίζει κάθε φορά που περπατάμε γύρω ή μέσα στις εγκαταστάσεις του παραμένει: Τι έγινε και εγκαταλείφθηκε; Γιατί μοιάζει σαν να έφυγαν όλοι ξαφνικά, αφήνοντας πίσω τους ό,τι είχαν χτίσει;

Η απάντηση κρύβεται στο λυκόφως της δεκαετίας του ’50. Μετά από μια τριακονταετή επιτυχημένη πορεία, το εργοστάσιο οδηγήθηκε στο οριστικό του κλείσιμο το 1957. Οι αιτίες ήταν σύνθετες: η σταδιακή αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών με την εμφάνιση νέων υλικών (όπως το πλαστικό και το ανοξείδωτο ατσάλι) άρχισε να εκτοπίζει το εμαγιέ από την αγορά. Παράλληλα, τα υψηλά κόστη μεταφοράς των πρώτων υλών και των ετοιμοπαράδοτων προϊόντων από και προς το νησί, σε συνδυασμό με τις έντονες εργασιακές διενέξεις και την οικονομική απαξίωση της εποχής, έφεραν το μοιραίο τέλος.

Όταν μπήκε το λουκέτο, η αποβιομηχάνιση χτύπησε την Κέα βίαια. Το εργοστάσιο δεν έκλεισε απλώς· σιώπησε. Οι μηχανές σταμάτησαν, οι εργάτες μάζέψαν τα πράγματά τους και η εσωτερική μετανάστευση προς την Αθήνα ερήμωσε προσωρινά το νησί. Αυτή η βίαιη διακοπή είναι που άφησε πίσω της αυτή την αίσθηση του «ξαφνικού», σαν ο χρόνος να πάγωσε μέσα σε μια μέρα. Περπατώντας ανάμεσα στις άδειες αίθουσες, με το φως του ήλιου να τρυπά τη στέγη και τα μισογκρεμισμένα παράθυρα, καταλαβαίνει κανείς ότι το εργοστάσιο Εμαγιέ δεν είναι απλώς ένα σύνολο από ερείπια. Είναι η ίδια η ζωντανή μνήμη της Τζιάς.

Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια γίνονται αξιέπαινες προσπάθειες από τον Δήμο Κέας και τον Σύλλογο Φίλων του Εργοστασίου για τη διάσωση της ιστορίας του, μέσα από εκθέσεις αντικειμένων, προφορικές μαρτυρίες παλιών εργατών και προβολές ντοκιμαντέρ (όπως το «Σμάλτο της Μνήμης»). Το εργοστάσιο μπορεί να έχασε τις μηχανές του, αλλά δεν πρέπει να χάσει την ψυχή του. Μέχρι να ενταχθεί ξανά με κάποιο τρόπο στην καθημερινότητα του νησιού, η καμινάδα του θα συνεχίσει να μας κοιτάζει από ψηλά, θυμίζοντάς μας πως κάτω από τα ντουβάρια του γεννήθηκε ένα σημαντικό κομμάτι της νεότερης Ελλάδας.























Συμφωνώ και επαυξάνω. Λίγο ακόμη!!!!!