Αρχική » Δημοσιογραφικά (Σελίδα 4)
Αρχείο κατηγορίας Δημοσιογραφικά
«Γη» στη Γλυφάδα: Μια γαστρονομική εμπειρία

Αν αναζητάτε ένα μέρος όπου η υψηλή γαστρονομία συναντά την απόλυτη ευεξία, τότε το εστιατόριο «Γη» στη Γλυφάδα είναι ο επόμενος προορισμός σας. Δεν πρόκειται απλώς για ένα vegan εστιατόριο, αλλά για έναν χώρο που επαναπροσδιορίζει τη σχέση μας με το φαγητό, αποδεικνύοντας ότι η υγιεινή διατροφή μπορεί να είναι απίστευτα νόστιμη και δημιουργική.

Από την πρώτη στιγμή που μπαίνεις στον χώρο, η minimal αισθητική και η ζεστή φιλοξενία σε προδιαθέτουν για κάτι ξεχωριστό. Το μενού, επιμελημένο με βαθιά γνώση της plant-based και raw κουλτούρας, προσφέρει πιάτα ελεύθερα από γλουτένη, λακτόζη και επεξεργασμένη ζάχαρη.

Τι να δοκιμάσετε: Μην προσπεράσετε τα χειροποίητα wraps από μήλο και λιναρόσπορο, ούτε τα πλούσια veggie bowls που ξεχειλίζουν από χρώματα και θρεπτικά συστατικά. Ωστόσο, η πραγματική έκπληξη κρύβεται στα επιδόρπια. Τα ωμοφαγικά γλυκά τους, όπως το cheesecake με τυρί από ξηρούς καρπούς, είναι ικανά να γοητεύσουν ακόμα και τους πιο ορκισμένους λάτρεις των παραδοσιακών γλυκών.

Είτε είστε vegan, είτε απλώς θέλετε να δοκιμάσετε κάτι διαφορετικό, η «Γη» προσφέρει μια ολοκληρωμένη εμπειρία που θρέφει το σώμα και τις αισθήσεις. Είναι η απόδειξη ότι η φύση έχει ήδη όλα τα υλικά που χρειαζόμαστε για ένα λουκούλλειο γεύμα! Info: 📍 Γρηγορίου Λαμπράκη 69, Γλυφάδα 📞 210 9648512 🌐 yiathens.gr

Κυριακή πρωί, όταν η πόλη παίρνει μια ανάσα

Υπάρχουν κάποιες στιγμές που η Αθήνα μοιάζει να βγάζει τη “στολή” της πολύβουης μητρόπολης και να αναπνέει. Μια τέτοια στιγμή κατέγραψε ο φακός μας, χθες Κυριακή, γύρω στις 10 το πρωί, στη διασταύρωση των οδών Αγίου Μελετίου και Αχαρνών. Σε μια περιοχή που τις καθημερινές σφύζει από ζωή, θόρυβο και την ένταση του κυκλοφοριακού, το σκηνικό του Φλεβάρη μοιάζει σχεδόν σουρεαλιστικό. Οι δρόμοι, λουσμένοι στο καθαρό χειμωνιάτικο φως, εμφανίζονται ασυνήθιστα έρημοι.

Η βουή των κινητήρων έχει δώσει τη θέση της σε μια παράξενη ηρεμία, και το μόνο που θυμίζει τον αστικό ρυθμό είναι οι σειρές των παρκαρισμένων αυτοκινήτων και τα φανάρια που αναβοσβήνουν ρυθμικά. Στη συμβολή με την Αχαρνών, η κίνηση μοιάζει να έχει “παγώσει”. Είναι μια οπτική ψευδαίσθηση: τα λιγοστά αυτοκίνητα που σταματούν στα φανάρια δεν αποτελούν ένδειξη κυκλοφοριακού φόρτου, αλλά μια υποχρεωτική παύση στην απόλυτη ησυχία.

Οι οδηγοί, εγκλωβισμένοι για λίγα δευτερόλεπτα στο “κόκκινο”, γίνονται μέρος μιας ακίνητης εικόνας. Μιας οδηγίας “περίμενε” που επιβάλλει ο κώδικας, σε μια μέρα που, ούτως ή άλλως, κανείς δεν μοιάζει να βιάζεται. Χωρίς το “τείχος” των κινουμένων οχημάτων, η αρχιτεκτονική της γειτονιάς αναπνέει. Οι πολυκατοικίες με τις τέντες τους, τα γυμνά κλαδιά των δέντρων που διαγράφονται στον καταγάλανο ουρανό και οι κλειστές προσόψεις των καταστημάτων συνθέτουν ένα κάδρο που θυμίζει κινηματογραφικό σκηνικό.

Ένας «λαβωμένος» πνεύμονας στα Σεπόλια

Στην καρδιά των Σεπολίων, η Πλατεία Αγίου Μελετίου στέκεται ως ένα ζωντανό παράδειγμα της διαρκούς πάλης ανάμεσα στον αστικό σχεδιασμό και την ανάγκη των κατοίκων για ανάσες πρασίνου. Όσοι γνωρίζουν την ιστορία της περιοχής, θυμούνται μια πλατεία διαφορετική, μεγαλύτερη, πιο πυκνόφυτη. Η μοίρα της πλατείας άλλαξε όταν αποφασίστηκε η ανέγερση ενός νέου, επιβλητικού ναού αφιερωμένου στον Άγιο Μελέτιο.

Η αιτία; Ο παλαιότερος ναός είχε υποστεί ζημιές από σεισμό, εγείροντας ανησυχίες για την ασφάλειά του. Το τίμημα όμως για την ανέγερση του νέου ναού ήταν βαρύ: πολλά δέντρα θυσιάστηκαν και ο ελεύθερος χώρος μειώθηκε δραματικά. Σήμερα, με τους δύο ναούς να συνυπάρχουν και να λειτουργούν συχνά με ελάχιστους πιστούς, το ερώτημα παραμένει επίκαιρο στα χείλη των Σεπολιωτών: Άξιζε τελικά η θυσία του πράσινου;

Παρά τη «στενότητα» και τις παρεμβάσεις που αλλοίωσαν τον χαρακτήρα της, η πλατεία αρνείται να παραδοθεί στη μοναξιά. Οι φωτογραφίες από μια πρόσφατη ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα αποδεικνύουν πως οι άνθρωποι έχουν τον δικό τους τρόπο να διεκδικούν τον δημόσιο χώρο: Ηλικιωμένοι που μοιράζονται τα νέα τους, φίλοι που απολαμβάνουν τον ήλιο και περαστικοί που κάνουν μια στάση στη ρουτίνα τους.

Δραχμή: Η νοσταλγία «κερνάει» την Αθήνα ποτό

Σε μια γωνιά της Πλατείας Κολοκοτρώνη, εκεί που ο παλμός του κέντρου συναντά την ιστορική αύρα της παλιάς Αθήνας, ένα φωτεινό λογότυπο μας κάνει να σταματήσουμε για μια στιγμή. Δεν είναι ένα τυχαίο σύμβολο, αλλά η γνώριμη σιλουέτα του καραβιού πάνω στο κέρμα της μιας δραχμής.
Το μπαρ «ΔΡΑΧΜΗ» δεν επέλεξε το όνομά του τυχαία. Για εμάς που προλάβαμε να την ακούσουμε να κουδουνίζει στις τσέπες μας, η δραχμή δεν είναι απλώς ένα παλιό νόμισμα· είναι ο ήχος μιας Ελλάδας που έμοιαζε πιο «χειροπιαστή», πιο οικεία.
Το λογότυπο —αυτή η πιστή απεικόνιση της δραχμής— λειτουργεί σαν μια χρονομηχανή. Στο περιβάλλον ενός σύγχρονου bar, η επιλογή αυτή αποτελεί μια έξυπνη δήλωση ταυτότητας.
Αυθεντικότητα: Σε μια εποχή παγκοσμιοποιημένης αισθητικής, η «Δραχμή» επιμένει ελληνικά και τοπικά.
Συναίσθημα: Προκαλεί αμέσως συζητήσεις. «Θυμάσαι τι παίρναμε με μια δραχμή;» είναι η φράση που πιθανότατα ακούγεται συχνά στα τραπέζια του.
Αισθητική: Το ζεστό φως που εκπέμπει το σήμα της, σε συνδυασμό με την πέτρα και το ξύλο της περιοχής, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα «καταφυγίου» μέσα στη βουή της πόλης.
Γιατί μας γοητεύει; Ίσως γιατί στο κέντρο της Αθήνας έχουμε ανάγκη από μέρη που έχουν ρίζες. Η «Δραχμή» καταφέρνει να είναι cool χωρίς να είναι δήθεν, προσφέροντας μια εμπειρία που ισορροπεί ανάμεσα στο χθες που αγαπήσαμε και το σήμερα που ζούμε. Είναι το ιδανικό σημείο για ένα ποτό μετά τη δουλειά ή μια στάση στις σαββατιάτικες βόλτες μας, εκεί όπου το παρελθόν δεν είναι «μουσειακό», αλλά ζωντανό, φιλόξενο και… πόσιμο.
Σε τελική ανάλυση, αν η αξία ενός νομίσματος μετριέται με την αγοραστική του δύναμη, η αξία αυτού του μπαρ μετριέται με τις στιγμές που δημιουργεί. Και σε αυτό, η «Δραχμή» παραμένει ένα νόμισμα με πολύ ισχυρή ισοτιμία στις καρδιές των Αθηναίων.
Βερανζέρου 34: Δίπλα στους τεχνικούς του ΟΤΕ

Είναι συγκινητικό να βλέπει κανείς τέτοιες φωτογραφίες που κουβαλούν τόση προσωπική και επαγγελματική ιστορία. Η Βερανζέρου 34 και η περιοχή της Πλατείας Βάθη αποτελούσαν για δεκαετίες την «καρδιά» του συνδικαλισμού και των τεχνικών επαγγελμάτων στην Αθήνα. Η αναφορά στη «Φωνή των Τεχνικών» ανασύρει μνήμες από μια εποχή που ο τύπος των σωματείων ήταν το κύριο μέσο επικοινωνίας και διεκδίκησης. Καμιά σχέση με ότι συμβαίνει σήμερα.

Το να διαχειρίζεσαι μια εφημερίδα, εβδομαδιαία τότε, που απευθυνόταν σε 18.000 μέλη την περίοδο της μεγάλης ακμής του συνδικαλιστικού κινήματος στον ΟΤΕ (από το ’81 και μετά) ήταν σίγουρα μια θέση με τεράστια ευθύνη, αλλά υπήρχε και πλούσιο υλικό για έναν δημοσιογράφο. Οι καιροί άλλαξαν, όπως και οι εποχές. Οι εικόνες δείχνουν την εξέλιξη του κτιρίου σήμερα: Η πρόσοψη: Διατηρεί αυτό το χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό στυλ των κτιρίων γραφείων του κέντρου της δεκαετίας του ’60-’70.

Το ισόγειο: Στη θέση των παλιών καταστημάτων υπάρχει πλέον ένα μοντέρνο καφέ με vintage αισθητική (η κόκκινη Vespa και η διακόσμηση ξεχωρίζουν), δίνοντας μια νέα πνοή στη στοά. Το εσωτερικό: Οι ανελκυστήρες και το κλιμακοστάσιο με το μάρμαρο παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα, θυμίζοντας έντονα την ατμόσφαιρα των γραφείων που έζησα τόσα χρόνια.

Κι εδώ στην κλειστή από χρόνια πόρτα στον ημιώροφο του κτιρίου ήταν το Κυλικείου του Κώστα. Η «ανάσα» στο διάλειμμα μας. Με ωραίους μεζέδες για ουζάρισμα, αφορμή να βρεθούμε με συναδέλφους και να μιλήσουμε για τη δουλειά στο έντυπο που ετοιμάζαμε. Δυστυχώς δεν κράτησε πολύ αυτό. Κάποια στιγμή, εντελώς ξαφνικά έκλεισε το Κυλικείο. Οι αναμνήσεις όμως μένουν… Κι ένα τυχαίο πέρασμα πριν λίγες μέρες από την περιοχή ήταν η αφορμή γι’ αυτό το δημοσίευμα.
Μια εικόνα, χίλιες ανθρώπινες δυσκολίες…

Υπάρχουν στιγμές που η καθημερινότητα μας φέρνει αντιμέτωπους με εικόνες που «γρατζουνάνε» την ψυχή. Χθες το πρωί, στον παράλληλο δρόμο πάνω από τη γέφυρα της Λένορμαν, το βλέμμα μου σταμάτησε σε αυτόν τον άνθρωπο. Δεν ήταν απλά ένας περαστικός. Ήταν η προσωποποίηση της σκληρής βιοπάλης. Μια ζωή στοιβαγμένη σε τέσσερις ρόδες. Με το σώμα σκυμμένο από το βάρος, σαν υποζύγιο μιας άλλης εποχής, έσπρωχνε ένα καρότσι που έμοιαζε έτοιμο να λυγίσει. Εκατοντάδες χαρτόνια, δεμένα με κόπο, στοιβαγμένα με μαθηματική ακρίβεια για να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερο «μεροκάματο».

Πόση αξιοπρέπεια χωράει σε λίγα ευρώ; Αναρωτιέται κανείς: πόσα θα βγάλει από αυτό το τεράστιο φορτίο; Η τιμή του ανακυκλώσιμου χαρτιού είναι πενιχρή. Για εμάς είναι σκουπίδια· για εκείνον είναι το ψωμί της ημέρας, ο λογαριασμός που πρέπει να πληρωθεί, η ίδια η επιβίωση. Και όλα αυτά, με μια σιωπηλή αξιοπρέπεια που σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα για τα δικά σου «μικρά» προβλήματα. Οι «Αόρατοι» ανάμεσά μας. Αυτοί οι άνθρωποι ζουν στις παρυφές της δικής μας καθημερινότητας.
Οδός Σόλωνος, ανάμεσα στο χθες και το σήμερα…

Υπάρχουν δρόμοι στην Αθήνα που τους διασχίζεις για να πας κάπου, και δρόμοι που τους περπατάς για να «νιώσεις» την πόλη. Η Σόλωνος ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Για εμάς, είναι ο γνώριμος δρόμος της επιστροφής, το επόμενο βήμα μετά την Πανεπιστημίου, η διαδρομή που μας οδηγεί στην πλατεία Βάθη και τελικά στο σπίτι μας. Περπατώντας δίπλα στα Εξάρχεια, η Σόλωνος κουβαλάει μια ιδιαίτερη αύρα.

Είναι ο δρόμος των εκδοτικών οίκων, των παλαιών βιβλιοπωλείων και των φοιτητικών στεκιών. Αν σταθείς για μια στιγμή και κλείσεις τα μάτια, μπορείς σχεδόν να ακούσεις τον ήχο από τις παλιές τυπογραφικές μηχανές και τις έντονες συζητήσεις των φοιτητών στα καφενεία των περασμένων δεκαετιών. Δεν μας αρέσει να βιαζόμαστε. Σταματάμε μπροστά από τις πολυκατοικίες του μεσοπολέμου που στέκονται δίπλα στα σύγχρονα κτίρια γραφείων.

Κοιτάμε τα γκράφιτι στους τοίχους —αυτή τη σύγχρονη “κραυγή” της πόλης— και μετά τα ψηλά δέντρα που προσφέρουν λίγη σκιά στα στενά της περιοχής. Ποιοι έζησαν εδώ; Ποιοι άνθρωποι ανέβηκαν αυτά τα μαρμάρινα σκαλοπάτια πριν από 50 ή 60 χρόνια; Πώς άλλαξε ο δρόμος; Από το κομψό κέντρο της αστικής Αθήνας, στη ζωντανή, εναλλακτική και ενίοτε “σκληρή” γοητεία του σήμερα.
























Δυστυχώς αυτή είναι η κατάντια του κράτους (όχι της Χώρας) και της τωρινής αδιάφορης τοπικής αυτοδιοίκησης!! Κρίμα....! Δεν υπάρχουν άνθρωποι…