Αρχική » Καθημερινότητα (Σελίδα 4)
Αρχείο κατηγορίας Καθημερινότητα
Στον σταθμό Αττικής, πάνω από τον ΒΕΝΕΤΗ

Η πινακίδα γράφει “ALTERLIFE“, και πρόκειται για τον μεγαλύτερο όμιλο γυμναστηρίων και κέντρων fitness σε Ελλάδα και Κύπρο. Το όνομα “ALTERLIFE” σημαίνει “εναλλακτική” ή “νέα ζωή” και η αποστολή τους είναι να ενσωματώσουν τη σωματική άσκηση και τα οφέλη της στην καθημερινότητα των ανθρώπων, προσφέροντας διάφορες υπηρεσίες και προγράμματα γυμναστικής. Αυτά, για να ξέρουμε τι συμβαίνει γύρω μας…
Οδύσσεια στην Κολοκοτρώνη, ανάμεσα σε κόρνες

Η οδός Κολοκοτρώνη στην Αθήνα. Ένας δρόμος που τρέχει, ή μάλλον, σέρνεται από την Αθηνάς μέχρι τη Σταδίου. Ένα στενό πέρασμα στην καρδιά της Αθήνας που ζει με τους δικούς του ρυθμούς – έναν ρυθμό που συχνά μοιάζει με αργόσυρτη συμφωνία από κόρνες, θορυβώδεις εξατμίσεις και βιαστικές φωνές. Κοιτάς τις φωτογραφίες και βλέπεις την αλήθεια: το απίστευτο μποτιλιάρισμα. Ένα γκρίζο βαν κολλημένο πίσω από ένα άλλο, μηχανάκια να προσπαθούν να χωρέσουν στα τελευταία εκατοστά του δρόμου, σαν ψάρια σε στενή φιάλη.

Η καθυστέρηση; Δεν μετριέται σε λεπτά, αλλά σε ανάσες υπομονής. Και όμως, η Κολοκοτρώνη είναι πολλά περισσότερα από ένα απλό “τράφικ”. Είναι η ίδια η ψυχή του αθηναϊκού κέντρου. Ενώ τα αυτοκίνητα είναι ακινητοποιημένα, το πεζοδρόμιο, αυτό το στενό περιθώριο ανάμεσα στα ατσάλινα κουτιά και τα παλιά, ψηλοτάβανα κτίρια, είναι γεμάτο ζωή. Εκεί βρίσκεται το φαρμακείο με τον φωτεινό πράσινο σταυρό – ένα σημάδι ελπίδας μέσα στην κυκλοφοριακή αναρχία.

Δίπλα, κρύβονται τα μικρά, ανεξάρτητα μαγαζιά: vintage ρούχα, design αντικείμενα, βιβλία, καφέ που βγάζουν μυρωδιές οι οποίες διαπερνούν το καυσαέριο. Ο κόσμος στα πεζοδρόμια δεν περιμένει. Περιπλανιέται, ψωνίζει, πίνει τον καφέ του όρθιος, συνομιλεί. Είναι μια αντίφαση: από τη μία, η σύγχρονη αγωνία του οχήματος που αργεί, και από την άλλη, η διαχρονική ραστώνη της πόλης που ζει.

Μια μπάντα στο σταυροδρόμι της Καπνικαρέας

Η καρδιά της Αθήνας χτυπάει πάντα στον πεζόδρομο της Ερμού, και το μεσημέρι, το ρυθμό δίνει συχνά η ζωντανή μουσική. Χθες, στη σκιά της ιστορικής εκκλησίας της Καπνικαρέας, μια υπέροχη μπάντα δρόμου πρόσφερε μια μοναδική ατμόσφαιρα, μετατρέποντας το πολυσύχναστο σημείο σε μια αυθόρμητη σκηνή τέχνης. Το συγκρότημα, με τον σαξοφωνίστα να ξεχωρίζει με το καπέλο του και τον κιθαρίστα καθιστό να συμπληρώνει τη μελωδία, ενώ ο κοντραμπασίστας έδινε τον βαθύ ρυθμό, προσέλκυσε την προσοχή των περαστικών.

Ο ήχος τους ήταν μια ευχάριστη έκπληξη μέσα στη βουή της πόλης, μια όαση μελωδίας που έκανε πολλούς να σταματήσουν, να χαμογελάσουν, και να απολαύσουν το μουσικό διάλειμμα. Αυτοί οι μουσικοί του δρόμου δεν είναι απλά διασκεδαστές. Είναι η ψυχή της πόλης, οι αυθεντικοί καλλιτέχνες που, με μόνο όπλο την τέχνη τους και την αυθεντικότητά τους, γεμίζουν με ζωή τα ιστορικά μας σημεία. Και στο συγκεκριμένο σημείο εναλλάσσονται, έχοντας κάνει μια δικιά τους άτυπη συμφωνία.

Ο κόσμος πλησίαζε, απολαμβάνοντας τη μουσική δίπλα στο βυζαντινό μνημείο του 11ου αιώνα, και φυσικά, ενίσχυε οικονομικά την προσπάθεια των καλλιτεχνών, αναγνωρίζοντας την αξία του ταλέντου τους και την ομορφιά της στιγμής που χάρισαν. Η μουσική μπάντα στην Καπνικαρέα είναι ένα ακόμα παράδειγμα του τρόπου που η Αθήνα, μια πόλη με βαριά ιστορία, παραμένει ζωντανή, νεανική και γεμάτη τέχνη σε κάθε γωνιά της. Μια τέτοια στιγμή είναι το καλύτερο “αναμνηστικό” από μια βόλτα στο κέντρο.

Περίπατος φθινοπωρινός στα Σεπόλια, οδός Χαϊδά

Ήταν ένα ήσυχο φθινοπωρινό μεσημέρι όταν αποφάσισα να κάνω μια βόλτα στην περιοχή των Σεπολίων, μια γειτονιά της Αθήνας που την έχω συνδέσει περισσότερο με τον σταθμό του Μετρό, παρά με την ίδια την ατμόσφαιρά της. Ο στόχος μου ήταν να περπατήσω στην Οδό Χαϊδά Χρήστου και στους γύρω δρόμους, αναζητώντας μικρές λεπτομέρειες που κάνουν την καθημερινότητα όμορφη. Και πράγματι, η βόλτα με εξέπληξε ευχάριστα.

Το φως του ήλιου, εκείνο το γλυκό, χρυσαφένιο φως που μόνο το Φθινόπωρο ξέρει να προσφέρει, έπεφτε κάθετα στα ψηλά δέντρα. Οι πολυκατοικίες, χαρακτηριστικές της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, έδειχναν πιο ζεστές κάτω από το φως, ενώ τα μπαλκόνια ήταν γεμάτα πράσινο, λες και οι κάτοικοι ήθελαν να κρατήσουν το καλοκαίρι λίγο ακόμη. Αυτό όμως που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η ισορροπία: μια αρμονία ανάμεσα στον αστικό ιστό και τη φύση.

Καθώς περπατούσα στο πεζοδρόμιο, πρόσεξα τον τρόπο που οι μεγάλοι πλάτανοι, με τους λευκούς και ανάγλυφους κορμούς τους, λύγιζαν πάνω από το πεζοδρόμιο, προσφέροντας μια πυκνή σκιά ακόμα και τώρα, στα μέσα του Φθινοπώρου. Τα φύλλα τους, μερικά ακόμα καταπράσινα και άλλα ήδη κιτρινισμένα, δημιουργούσαν ένα χαλί χρώματος στον δρόμο, ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια.

Ευωδιά γιασεμιού σε ένα μικρό δρόμο του Χολαργού

Είναι εκείνες οι καθημερινές διαδρομές που ξαφνικά μεταμορφώνονται σε μικρές ανακαλύψεις. Στη γωνιά ενός δρόμου στον Χολαργό, ανάμεσα στις πολυκατοικίες και την κίνηση της πόλης, βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα θέαμα που μου έκοψε την ανάσα και μου γαλήνεψε την ψυχή. Δεν ήταν απλώς ένας φράχτης. Ήταν ένας καταρράκτης πράσινου που χυνόταν πάνω από το παλιό, σιδερένιο πλέγμα. Και πάνω σε αυτόν τον καταρράκτη, χιλιάδες μικρά, λευκά, αστερόμορφα άνθη: το γιασεμί σε όλο του το μεγαλείο!

Η εικόνα ήταν υπέροχη. Το πυκνό, λαμπερό φύλλωμα δημιουργούσε έναν αδιαπέραστο τοίχο, μια φυσική ασπίδα που έκρυβε την αυλή πίσω της. Αλλά το πιο εντυπωσιακό δεν ήταν αυτό που έβλεπες, αλλά αυτό που ένιωθες. Η ατμόσφαιρα γύρω από αυτόν τον φράχτη ήταν πλούσια, σχεδόν βελούδινη, εμποτισμένη με ένα από τα πιο μεθυστικά αρώματα της ελληνικής φύσης. Το άρωμα του γιασεμιού ήταν τόσο έντονο, τόσο γλυκό, που σε έκανε να σταματήσεις, να κλείσεις τα μάτια και να πάρεις μια βαθιά, γεμάτη ανάσα.

Σε μια εποχή που όλα τρέχουν, αυτό το σημείο ήταν μια σιωπηλή υπενθύμιση της απλής, καθημερινής ομορφιάς. Πώς μια μικρή απόφαση ενός ανθρώπου – να φυτέψει και να φροντίσει αυτό το αναρριχώμενο φυτό – μπορεί να μετατρέψει ένα τσιμεντένιο πεζοδρόμιο σε μια όαση ευωδίας. Αυτή η στιγμή στον Χολαργό δεν ήταν απλώς μια φωτογραφία. Ήταν μια αισθητηριακή εμπειρία, μια υπόσχεση πως ακόμα και μέσα στην πόλη, η φύση έχει τον τρόπο να διεκδικεί τη θέση της. Και μας το υπενθυμίζει με τον πιο γλυκό και μεθυστικό τρόπο.

Οδός Αιόλου: Εκεί που η ιστορία συναντά τη γεύση

Περπατήσαμε χθες την Οδό Αιόλου, τον ιστορικό πεζόδρομο της Αθήνας και είναι αδύνατο να μην νιώσει κανείς τον παλμό της πόλης σε κάθε βήμα. Αν και σήμερα την ξέρουμε ως ένα πολύβουο κέντρο εστίασης και αγοράς, με το Wagamama, το ATENO και τόσα άλλα μαγαζιά να προσφέρουν γεύσεις από όλο τον κόσμο, η ιστορία της Αιόλου χάνεται στα βάθη των αιώνων. Αυτός ο δρόμος, που πήρε το όνομά του από τον αρχαίο Πύργο των Ανέμων (το Ωρολόγιο του Ανδρονίκου Κυρρήστου) κοντά στην αφετηρία του, χαράχθηκε ήδη από τα αρχαϊκά χρόνια!

Ναι, καλά διαβάσατε. Οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως επάλληλα οδοστρώματα, αποδεικνύοντας τη διαχρονική της χρήση ως κεντρικής αρτηρίας. Ήταν ουσιαστικά η Αχαρνική Οδός της αρχαίας Αθήνας, που οδηγούσε προς την Αχαρνική Πύλη του Θεμιστόκλειου Τείχους. Μετά την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα το 1834, η Αιόλου ήταν από τους πρώτους δρόμους που σχεδιάστηκαν από τους αρχιτέκτονες Κλεάνθη και Σάουμπερτ.

Έγινε αμέσως ο ομφαλός της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Εδώ άνοιξαν τα πρώτα πολυτελή ξενοδοχεία, το πρώτο φαρμακείο, το πρώτο θέατρο, και φυσικά, το περίφημο καφενείο “Η Ωραία Ελλάς”, που υπήρξε σημείο συνάντησης και πολιτικών ζυμώσεων. Ήταν ο πρώτος δρόμος της Αθήνας που στρώθηκε με αμμοχάλικο και αργότερα ασφαλτοστρώθηκε τμηματικά. Κάτω από τα πόδια μας βρίσκονται τα ίχνη της αρχαίας οδού και των νεκροταφείων της κλασικής εποχής, ενώ γύρω μας υψώνονται νεοκλασικά κτίρια που στέγασαν τα μεγαλεία του 19ου αιώνα.

Ραφήνα, μια πύλη της Αττικής προς το Αιγαίο…

Η κεντρική είσοδος του λιμανιού, με τον πεζόδρομο και τις πύλες. Είναι η γραμμή που χωρίζει τον “κόσμο των πλοίων” από την πόλη της Ραφήνας. Ο βαρύς, συννεφιασμένος ουρανός πάνω από τα σπίτια και τα καταστήματα ενισχύει την αίσθηση της αναχώρησης ή της άφιξης. Αριστερά, ένα φυλάκιο, δεξιά, οι πρώτες προσόψεις μαγαζιών, και μπροστά, η άσφαλτος που οδηγεί προς το κέντρο. Αυτό το σημείο είναι η αρχή και το τέλος κάθε ταξιδιού. Από εδώ περνούν όλοι: οι κάτοικοι των νησιών που επιστρέφουν σπίτι, οι Αθηναίοι που ξεκινούν τις διακοπές τους, και οι επισκέπτες που ανακαλύπτουν την Αττική.

Η προκυμαία σφύζει από δραστηριότητα, ακόμα και κάτω από ένα πιο φωτεινό, αλλά ακόμα συννεφιασμένο ουρανό. Τα χαρακτηριστικά κίτρινα ταξί παρατάσσονται υπομονετικά, έτοιμα να μεταφέρουν τους ταξιδιώτες από και προς τα πλοία. Δίπλα τους, η σειρά από κτίρια – καφετέριες, ταβέρνες, πρακτορεία εισιτηρίων – σκαρφαλώνουν στην πλαγιά, θυμίζοντας έντονα την νησιώτικη αρχιτεκτονική. Αυτή η όψη δίνει την αίσθηση ότι η Ραφήνα είναι ήδη νησί. Εδώ, οι ταξιδιώτες πίνουν τον καφέ τους, αγοράζουν το τελευταίο εισιτήριο, και βλέπουν τα φέρι μποτ να δένουν, έτοιμα να τους παραλάβουν.

Η πρώτη ματιά είναι στην αγκαλιά του λιμανιού, όπου η θάλασσα συναντά την πόλη. Κάτω από έναν δραματικό, συννεφιασμένο ουρανό, που θυμίζει πως το Αιγαίο έχει και τις άγριες ομορφιές του, το λιμάνι απλώνεται. Τα νερά ηρεμούν δίπλα στην προβλήτα, ενώ στο βάθος, σύγχρονα κτίρια – όπως το μεγάλο κεντρικό κτίριο του λιμανιού ή κάποιο ξενοδοχείο – στέκουν ως σημεία αναφοράς. Αυτός ο χώρος είναι το εφαλτήριο: εδώ φτάνουν και φεύγουν τα μεγάλα πλοία, συνδέοντας την Αττική με την Άνδρο, την Τήνο, τη Μύκονο και μια σειρά από Κυκλαδονήσια και προορισμούς στο Αιγαίο. Η εικόνα αποτυπώνει την αίσθηση του μεγάλου λιμανιού, του δεύτερου μεγαλύτερου της Αττικής.
























Δυστυχώς αυτή είναι η κατάντια του κράτους (όχι της Χώρας) και της τωρινής αδιάφορης τοπικής αυτοδιοίκησης!! Κρίμα....! Δεν υπάρχουν άνθρωποι…