Αρχική » Καθημερινότητα (Σελίδα 4)
Αρχείο κατηγορίας Καθημερινότητα
Στη Δωδώνης στα Σεπόλια με έναν ασταθή ουρανό

Χθες, η Αθήνα είχε τα κέφια της. Ο καιρός άστατος, μια συνεχής εναλλαγή ανάμεσα σε ισχυρές καταιγίδες και ξαφνικά ανοίγματα του ουρανού. Ήταν από εκείνες τις μέρες που δεν μπορείς να τον εμπιστευτείς· εκεί που έριχνε μια πολύ δυνατή βροχή, μετά από λίγο ο ουρανός καθάριζε, μόνο και μόνο για να επαναλάβει το ίδιο σκηνικό λίγο αργότερα. Εμείς, όμως, βρεθήκαμε στον δρόμο για μια δουλειά που έπρεπε να γίνει…

Ανάμεσα σε δύο μπόρες, καθώς πηγαίναμε στη δουλειά μας, διασχίσαμε την οδό Δωδώνης στα Σεπόλια. Μέσα από το αυτοκίνητο, καταγράψαμε με τον φακό μας αυτές τις στιγμές της «ανάπαυλας». Ο καιρός ήταν «φορτωμένος» και το σκηνικό άλλαζε με κινηματογραφική ταχύτητα. Παρά την απειλή της επόμενης βροχής –που πράγματι δεν άργησε να έρθει– απολαύσαμε αυτή τη σύντομη διαδρομή.

Υπάρχει μια ιδιαίτερη γοητεία στην άσφαλτο που γυαλίζει από την υγρασία και στα κτίρια που δείχνουν διαφορετικά κάτω από το γκρίζο, αλλά καθαρό φως του αθηναϊκού ουρανού. Στο ΘΡΑΨΑΝΙΩΤΗ, μας αρέσει να μοιραζόμαστε μαζί σας αυτές τις μικρές, καθημερινές εικόνες της πόλης. Γιατί ακόμα και μέσα στο άγχος της δουλειάς και τον άστατο καιρό, ένα «μικρό διάλειμμα» αρκεί για να δεις τη γειτονιά με άλλο μάτι.

ΕΛΤΑ: Μεταξύ «Κεντρικής Διαλογής», Αιόλου

Η πρόσφατη εμπειρία μας με τα Ελληνικά Ταχυδρομεία ήταν μια υπενθύμιση ότι στην Ελλάδα της «μετάβασης», η διαδρομή για ένα δέμα μπορεί να εξελιχθεί σε ολόκληρη οδύσσεια, έστω και με αίσιο τέλος. Όλα ξεκίνησαν με μια ειδοποίηση για ένα δέμα από τον Καναδά. Γνωρίζοντας τη διαδικασία (φόροι, δασμοί, εκτελωνισμός), η πρώτη μας στάση ήταν στην οδό Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί που μέχρι πρότινος εξυπηρετούνταν οι πολίτες, βρεθήκαμε μπροστά στη μεγάλη πύλη του Κέντρου Διαλογής Αττικής. Η πραγματικότητα; Ο χώρος λειτουργεί πλέον αποκλειστικά ως αποθήκη και κέντρο διαλογής, χωρίς δυνατότητα εξυπηρέτησης κοινού για τέτοιες περιπτώσεις.

Μετά την πρώτη ψυχρολουσία, η πυξίδα έδειξε Αιόλου 100. Στο κεντρικό κατάστημα των Αθηνών, η εικόνα αλλάζει. Από τη βιομηχανική ατμόσφαιρα της Κωνσταντινουπόλεως, περάσαμε στις γνώριμες κίτρινες θυρίδες και τις ταμπέλες για το Post Restante και τις παραλαβές συστημένων. Παρά τη γενικότερη αίσθηση ότι ο οργανισμός βρίσκεται σε μια δύσκολη φάση αναδιοργάνωσης, η εμπειρία μας εκεί είχε θετικό πρόσημο: Παρά τον φόρτο εργασίας, η διαδικασία ολοκληρώθηκε.

Είναι σαφές ότι τα ΕΛΤΑ χρειάζονται ακόμα πολλή δουλειά στο κομμάτι της ενημέρωσης του πολίτη. Η μετάβαση από τον έναν φορέα στον άλλον και η αλλαγή χρήσης των καταστημάτων δημιουργούν σύγχυση που θα μπορούσε να αποφευχθεί με μια πιο ξεκάθαρη ειδοποίηση. Ωστόσο, το γεγονός ότι η περιπέτεια κατέληξε αισιόδοξα μας αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση: η προσπάθεια γίνεται, αλλά ο δρόμος για τον πλήρη εκσυγχρονισμό είναι ακόμα μακρύς.
Η «καρδιά» της Αθήνας άγρυπνη και τον χειμώνα

Υπάρχει μια άγραφη συμφωνία ανάμεσα στους Αθηναίους και την Πλατεία Συντάγματος: Το καλοκαίρι αναζητούμε τη σωτήρια δροσιά γύρω από το μεγάλο σιντριβάνι και κάτω από τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων, κάνοντας μια στάση ανάμεσα στις εισόδους του Μετρό και τις υποχρεώσεις της ημέρας. Τι συμβαίνει όμως όταν ο υδράργυρος πέφτει;

Τον χειμώνα, η «κάτω» πλατεία μεταμορφώνεται. Τα δέντρα, γυμνά πια από φύλλα, επιτρέπουν στο αττικό φως να λούσει το μάρμαρο, αποκαλύπτοντας μια πιο «γυμνή», σχεδόν δωρική όψη του κέντρου. Οι ρυθμοί μπορεί να φαίνονται πιο βιαστικοί κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό, όμως η κίνηση δεν σταματά ποτέ.

Τουρίστες με χάρτες ή GPS ανά χείρας που φωτογραφίζουν το ιστορικό Ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία, εργαζόμενοι που ξεπροβάλλουν από τα έγκατα του Μετρό και περαστικοί που διασχίζουν την πλατεία με τον γιακά σηκωμένο. Παρά το κρύο, η ενέργεια παραμένει ηλεκτρισμένη. Είναι το σημείο όπου η ιστορία συναντά την καθημερινότητα· εκεί όπου οι διαδηλώσεις, οι συναντήσεις και οι απλές βόλτες πλέκουν το διαχρονικό δίχτυ της πόλης.

Αν υπάρχει ένας τόπος στην Ελλάδα που μπορεί να ισχυριστεί ότι «τους χωράει όλους», αυτός είναι το Σύνταγμα. Δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να ζει σε αυτή τη χώρα και να μην έχει σταθεί έστω για μια στιγμή σε αυτά τα σκαλιά ή να μην έχει ραντεβού «στο σιντριβάνι».
Η ησυχία του Σαββάτου ορατή στην Αχαρνών…

Υπάρχουν μέρες που η Αθήνα αποφασίζει να βγάλει τη μάσκα της βαβούρας και να σου δείξει το αληθινό της πρόσωπο. Έτσι ήταν το χθες το μεσημέρι στην Αχαρνών. Ένα Σαββατιάτικο μεσημέρι που, αντί για τη συνηθισμένη “πολεμική” κίνηση, σε υποδεχόταν μια απρόσμενη, σχεδόν κινηματογραφική ησυχία. Ο ουρανός, ένας καμβάς από καθαρό γαλάζιο και διάσπαρτα λευκά σύννεφα, έλουζε το τσιμέντο με ένα φως κρυστάλλινο.

Όμως, μην γελιέστε από τη λιακάδα. Το κρύο ήταν από εκείνα που “περονιάζουν τα κόκαλα”, που σε αναγκάζουν να σφίξεις το παλτό σου και να επιταχύνεις το βήμα, παρόλο που η εικόνα γύρω σου σε καλεί να σταματήσεις και να παρατηρήσεις. Η Αχαρνών είναι ένας δρόμος-παλίμψηστο. Από τη μία τα επιβλητικά, αυστηρά κτίρια του ΕΦΚΑ και του ΤΣΑΥ, με τις ευθείες γραμμές τους να σκίζουν τον ορίζοντα.

Το τεράστιο “GECO” στην πλάτη μιας πολυκατοικίας, μια υπογραφή που θυμίζει πως η πόλη αναπνέει ακόμα και μέσα από το γκράφιτι και τη φθορά. Οι τέντες που ανεβοκατεβαίνουν, τα κλειστά ρολά, η μοναχική φιγούρα ενός περαστικού, το “Parking” στην άκρη ενός ερειπωμένου τοίχου. “Η Αθήνα του χειμώνα δεν σου χαρίζεται εύκολα. Πρέπει να την περπατήσεις όταν οι άλλοι λείπουν, για να ακούσεις τον δικό της ήχο πάνω στο κρύο άσφαλτο.”
Γωνία Μάρνης και Αβέρωφ, η μοναξιά του τσιμέντου

Υπάρχουν κάποιες μέρες στην Αθήνα που ο ουρανός παίρνει το χρώμα του ξεθωριασμένου τσιμέντου. Είναι αυτές οι χειμωνιάτικες μέρες που ο αέρας κατεβαίνει από την Πατησίων και «ξυρίζει», κάνοντας τα γυμνά κλαδιά των δέντρων να μοιάζουν με νευρικά δάχτυλα που ζητούν κάτι από τον ουρανό. Στη διασταύρωση της Μάρνης με την Αβέρωφ, ο χρόνος μοιάζει να έχει κολλήσει σε ένα «ενδιάμεσο».

Από τη μία, το κίτρινο νεοκλασικό στη γωνία στέκει σαν μια έκπτωτη αρχόντισσα, θυμίζοντας μια Αθήνα που κάποτε φορούσε τα καλά της για να βγει περίπατο. Από την άλλη, οι γκρίζες πολυκατοικίες με τα αμέτρητα κλιματιστικά και τα σημάδια του χρόνου στους τοίχους τους, διηγούνται τη σύγχρονη ιστορία της πόλης: μια ιστορία επιβίωσης και βιασύνης. «Πού να πάνε;» αναρωτιέσαι, κοιτάζοντας τους άδειους δρόμους.

Σε μια τέτοια δύσκολη μέρα, η πόλη μοιάζει να κρατά την ανάσα της. Μια γυναίκα με κόκκινο μπουφάν διασχίζει το δρόμο, κρατώντας μια λευκή σακούλα – ίσως το ψωμί της ημέρας, ίσως λίγα απαραίτητα για να κλειστεί ξανά στη ζεστασιά του σπιτιού της. Είναι η μόνη πινελιά χρώματος σε έναν καμβά από γκρι, κίτρινο και το ξεθωριασμένο μπλε των πινακίδων.

“Ανάσα”, ανάμεσα σε Βουστάσιο και Κολυμβητήριο

Υπάρχουν κάποιες γωνιές στην πόλη που, αν και μικρές σε μέγεθος, έχουν τη δύναμη να αλλάζουν τη διάθεσή σου. Μια τέτοια «όαση» συναντήσαμε χθες στον Κολωνό, στον ανοιχτό χώρο που μεσολαβεί ανάμεσα στο Βουστάσιο και το Κολυμβητήριο. Η βόλτα μας ξεκίνησε με τον ήλιο να παίζει ανάμεσα στα φυλλώματα. Παρά την αστική πύκνωση τριγύρω, εδώ ο χρόνος μοιάζει να κυλά λίγο πιο αργά.

Τα δέντρα, ντυμένα με τα χρώματα της εποχής —άλλοτε με το βαθύ πράσινο της ακακίας και άλλοτε με τα χρυσαφένια, ξηρά φύλλα του πλατάνου— δημιουργούν ένα φυσικό καταφύγιο από τον θόρυβο της πόλης. Στα κόκκινα και πράσινα παγκάκια της πλατείας, η καθημερινότητα παίρνει μια ανάσα: Ένας περαστικός απολαμβάνει τη σιωπή κάτω από τη σκιά. Οι φυλλωσιές που γυμνώνονται σιγά-σιγά προμηνύουν τον χειμώνα, αλλά η λιακάδα θυμίζει πως στην Αθήνα το φως δεν λείπει ποτέ.

Οι κάτοικοι που διασχίζουν τα πλακόστρωτα μονοπάτια, δίνοντας ζωή σε αυτόν τον μικρό πνεύμονα πρασίνου. Αυτοί οι μικροί χώροι ανάμεσα στα κτίρια δεν είναι απλώς τετραγωνικά μέτρα πρασίνου· είναι οι «ενδιάμεσοι» σταθμοί μας. Είναι το μέρος όπου θα σταματήσεις για να σκεφτείς, να μιλήσεις στο τηλέφωνο ή απλώς να παρατηρήσεις τις φυλλωσιές των δέντρων να χορεύουν στον αέρα.

Σπαράγγια, θησαυρός της ελληνικής υπαίθρου

Τα άγρια σπαράγγια «ξυπνούν» με τις πρώτες ανοιξιάτικες βροχές και την άνοδο της θερμοκρασίας. Προτιμούν τις άκρες των δρόμων, τους παλιούς ελαιώνες, τις ρεματιές και τις θαμνώδεις εκτάσεις. Συχνά «κρύβονται» μέσα σε αγκαθωτούς θάμνους (όπως οι ασπάλαθοι), οι οποίοι τα προστατεύουν από τα ζώα. Στη Νότια Ελλάδα (όπως στη Λακωνία) ξεκινούν ακόμα και από τον Φεβρουάριο, ενώ στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα μπορεί να τα βρει κανείς μέχρι τον Μάιο, ανάλογα με το υψόμετρο. Κόβουμε μόνο το τρυφερό πάνω μέρος (περίπου 10-15 εκατοστά) με το χέρι. Αν το στέλεχος δεν σπάει εύκολα, σημαίνει ότι στο σημείο εκείνο είναι ξυλώδες και σκληρό.
Πώς τα προετοιμάζουμε; Το μυστικό στα άγρια σπαράγγια είναι η απλότητα. Έχουν μια χαρακτηριστική, ελαφρώς πικρή αλλά «γεμάτη» γεύση που δεν πρέπει να καλύπτεται από πολλά μπαχαρικά. Τα πλένουμε καλά με κρύο νερό. Κρατάμε το σπαράγγι και το λυγίζουμε μέχρι να σπάσει μόνο του. Το πάνω μέρος είναι το βρώσιμο, το κάτω (το σκληρό) το πετάμε ή το κρατάμε για να δώσουμε γεύση σε έναν ζωμό.
Πώς τα φτιάχνουμε;
1. Η κλασική Ομελέτα (Σφουγγάτο) Είναι ο πιο παραδοσιακός τρόπος απόλαυσης στη Λακωνία και σε όλη την Πελοπόννησο.
Σοτάρουμε τα σπαράγγια σε λίγο ελαιόλαδο μέχρι να μαλακώσουν (3-4 λεπτά). Ρίχνουμε τα χτυπημένα αυγά, αλάτι και πιπέρι.
2. Βραστά Σαλάτα
Για όσους αγαπούν τις καθαρές γεύσεις. Τα ζεματάμε σε αλατισμένο νερό για μόλις 2-3 λεπτά (θέλουμε να παραμείνουν “al dente”). Σερβίρουμε με μπόλικο λαδολέμονο. Είναι ο ιδανικός μεζές για τσίπουρο ή ούζο.
3. Στο τηγάνι με σκόρδο και λεμόνι
Ένα εξαιρετικό συνοδευτικό για ψάρι ή κρέας. Τα σοτάρουμε με ελαιόλαδο και ψιλοκομμένο σκόρδο. Σβήνουμε με χυμό λεμονιού και πασπαλίζουμε με ξύσμα λεμονιού.
4. Ριζότο ή Pasta με Άγρια Σπαράγγια
Για μια πιο γκουρμέ προσέγγιση. Χρησιμοποιήστε τα κεφάλια των σπαραγγιών σε ένα κρεμώδες ριζότο ή σε μια μακαρονάδα με λίγο κουκουνάρι και παρμεζάνα. Η πικράδα τους εξισορροπείται υπέροχα με τη λιπαρότητα του τυριού.























Δυστυχώς αυτή είναι η κατάντια του κράτους (όχι της Χώρας) και της τωρινής αδιάφορης τοπικής αυτοδιοίκησης!! Κρίμα....! Δεν υπάρχουν άνθρωποι…