

Κάθε πρωί, η μέρα μου ξεκινά με μια εικόνα που, αν και καθημερινή, μοιάζει βγαλμένη από έναν άλλον κόσμο, γεμάτη φως και αθωότητα. Απέναντι ακριβώς από το σπίτι που μένουμε στην Κορησσία της Κέας, υψώνεται το πανέμορφο νεοκλασικό κτίριο του Δημοτικού Σχολείου. Είναι ένα κτίριο-κόσμημα, με την κλασική κόκκινη κεραμοσκεπή και τους απαλούς ροζ-μπεζ τοίχους που αντανακλούν το πρώτο φως του ήλιου, όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες που τράβηξα.
Πριν ακόμα το κουδούνι σημάνει την έναρξη των μαθημάτων, η γειτονιά πλημμυρίζει από ζωηρές, «όμορφες φωνούλες». Τα παιδιά φτάνουν, μερικά χέρι-χέρι με τους γονείς τους, άλλα τρέχοντας με τις τσάντες τους να χοροπηδούν. Ο προαύλιος χώρος, με τα πολύχρωμα σχέδια και τα παιχνίδια (κουτσό, λαβύρινθοι), γίνεται αμέσως η δική τους «παιδική χαρά». Βλέπεις τα πρόσωπά τους να λάμπουν από ανυπομονησία για το παιχνίδι πριν την τάξη, αλλά και για τη συνάντηση με τους φίλους τους.
Όταν το κουδούνι χτυπάει για το μεγάλο διάλειμμα, η ενέργεια είναι απίστευτη. Το παιχνίδι αρχίζει με φόρα. Όμως, όπως σωστά παρατηρείτε, αυτός ο Ιούνιος είναι ιδιαίτερα θερμός. Ο ήλιος καίει από νωρίς. Τότε είναι που βλέπεις τα παιδιά, ακόμα και τα πιο ζωηρά, να αναζητούν ενστικτωδώς τις λίγες σκιές.
Μαζεύονται σε μικρές παρέες κάτω από τα μεγάλα κλαδιά των δέντρων, όπως αυτός ο γέρος-ευκάλυπτος που στέκει σαν φύλακας (και φαίνεται στην ένθετη φωτογραφία), ή κάτω από το υπόστεγο της εισόδου, για να πάρουν μια ανάσα. Είναι μια «αναζήτηση ίσκιων για να αντέξουν τις αλέστε του Ιουνίου», μια εικόνα που με γυρίζει πίσω, σε μια άλλη εποχή, πιο απλή.
Αυτό το πρωινό ξεκίνημα, η εικόνα των παιδιών να μαζεύονται κάτω από τον ήλιο, η αναζήτηση της σκιάς, όλα αυτά μου θύμισαν τις δικές μου σχολικές μέρες. Τότε που ο Ιούνιος σήμαινε μόνο ένα πράγμα: το τέλος της σχολικής χρονιάς και την αρχή του καλοκαιριού, με την ίδια ανυπομονησία και την ίδια αθωότητα. Είναι μια υπενθύμιση ότι η ζωή συνεχίζεται, κύκλους-κύκλους, και ότι η χαρά του παιδιού, ακόμα και κάτω από τον καυτό ήλιο, είναι μια σταθερή αξία που δεν αλλάζει.
