
Κάποιες πρωινές βόλτες στην Αθήνα ξυπνούν αναμνήσεις που νομίζεις πως είχες ξεχάσει. Η βόλτα στη λαϊκή αγορά του Κολωνού, ανάμεσα στους πάγκους με τα φρούτα εποχής, είναι μία από αυτές. Καθώς περπατάς ανάμεσα στους πάγκους, η μυρωδιά από το ώριμο πεπόνι και τη δροσερή σάρκα του καρπουζιού σε ταξιδεύει αμέσως. Θα ήθελα, δεν το κρύβω, να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Να ανέβαινα το πρωί στο δικό μου μποστάνι, να έσκυβα και να διάλεγα μόνος μου τα καλύτερα γεννήματα της γης.

Να έκοβα τα καρπούζια με το τσαμπί τους, τα πεπόνια που μοσχοβολούν από απόσταση, τα σταφύλια με την άχνη πάνω στις ρώγες τους και τις βαθυκόκκινες, ζουμερές βανίλιες. Όπως κάναμε κάποτε στο χωριό, τότε που η γεύση ήταν αυθεντική και η επαφή με τη γη, καθημερινή τελετουργία. Στην Αθήνα, όμως, αυτή τη δυνατότητα δεν την έχεις. Εδώ, ο κήπος μας είναι ο πάγκος του παραγωγού. Και πάλι καλά, λέω μέσα μου, που τα βρίσκεις όλα αυτά στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς, έστω κι αν οι τιμές πλέον έχουν γίνει λίγο… «αλμυρές» για τα δεδομένα της εποχής.

Σήμερα διάλεξα αυτούς τους θησαυρούς που μ’ αρέσει να έχουμε πάντα περίσσιους στο σπίτι: Τα σταφύλια, με τις γυαλιστερές, ξανθές και μαύρες ρώγες τους στοιβασμένες προσεκτικά στους πάγκους, έτοιμες να προσφέρουν τη γλυκιά τους τραγανότητα. Τις βανίλιες, βαθύχρωμες και βελούδινες, που υπόσχονται αυτή την τέλεια ισορροπία γλύκας και οξύτητας. Τα καρπούζια, κατακόκκινα και «μέλι», κομμένα στη μέση για να φαίνεται η τραγανή τους σάρκα που σε προκαλεί να τα δοκιμάσεις. Τα ευωδιαστά πεπόνια, που γεμίζουν το χώρο με το μελένιο τους άρωμα.

Αυτά είναι τα φρούτα που αγαπώ να τα τρώω παγωμένα. Να τα βγάζω από το ψυγείο τις θερμές ώρες του τις όμορφες ώρες του καλοκαιρινού απογεύματος, όταν η ζέστη της πόλης γίνεται ανυπόφορη κι αυτά να προσφέρουν αυτή τη μοναδική, δροσερή ανακούφιση. Μπορεί το τσιμέντο να μας περιβάλλει, αλλά όσο υπάρχουν αυτές οι γωνιές, όπως η λαϊκή αγορά του Κολωνού, η γεύση του ελληνικού καλοκαιριού και η ανάμνηση του χωριού θα μένουν πάντα ζωντανές στο τραπέζι μας.