Υπάρχουν κάποιες μέρες που η ανάγκη για “αποσυμπίεση” σε οδηγεί σχεδόν αυτόματα προς τη θάλασσα. Έτσι και η δική μας βόλτα, με προορισμό τη Νέα Πέραμο —ή το Μεγάλο Πεύκο, όπως επιμένουμε να το λέμε εμείς οι παλαιότεροι— αποδείχθηκε το καλύτερο αντίδοτο στη ρουτίνα της εβδομάδας. Με έναν καιρό που θύμιζε περισσότερο πρόωρο καλοκαίρι παρά άνοιξη, ξεκινήσαμε νωρίς.
Στόχος μας; Να “κλέψουμε” λίγη από τη γαλήνη του πρωινού και να αποφύγουμε την κλασική ταλαιπωρία της επιστροφής από το Σκαραμαγκά. Περπατώντας στην προβλήτα, ανάμεσα σε καΐκια και ψαρόβαρκες, ο χρόνος μοιάζει να κυλάει με άλλους ρυθμούς. Το βλέμμα μας στάθηκε στα ονόματα των σκαφών, σε εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που μαρτυρούν την ιστορία του κάθε καπετάνιου.
Η στιγμή που αντικρίσαμε τη βάρκα που έφερε το επίθετό μου —σε μια χαϊδευτική εκδοχή του— ήταν η αφορμή για τα πρώτα πειράγματα και γέλια της παρέας. Η κατάληξη δεν θα μπορούσε να είναι άλλη: ένα τραπέζι στρωμένο ακριβώς εκεί που σκάει το κύμα. Με καλούς φίλους, καθαρό αέρα και τη θέα των ιστιοφόρων στον ορίζοντα, θυμηθήκαμε πόσο λίγα πράγματα χρειάζεται τελικά ο άνθρωπος για να νιώσει γεμάτος.