
Στη Λάρισα αυτή την εποχή, ο αέρας κουβαλάει μια παράξενη διχογνωμία. Μια ματιά στον προαύλιο χώρο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, αρκεί για να αντιληφθεί κανείς το πλήρες φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας. Από τη μία πλευρά, το φως του ήλιου πέφτει πάνω στα κτίρια της γνώσης, εκεί όπου τα όνειρα χιλιάδων νέων παιδιών παίρνουν σχήμα.

Είναι η πλευρά της ζωής που προχωρά, της ελπίδας που ανθίζει σαν τα κίτρινα λουλούδια στους κήπους του ιδρύματος, των σχεδίων για ένα “αύριο” που οφείλει να είναι καλύτερο. Όμως, ακριβώς απέναντι, η ατμόσφαιρα αλλάζει απότομα. Εκεί, στο κτίριο όπου διεξάγεται η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, ο χρόνος μοιάζει να έχει παγώσει στις 28 Φεβρουαρίου.

Η θλίψη των γονιών και των συγγενών είναι μια σιωπηλή, βαριά παρουσία που τυλίγει το δρόμο. Είναι η πλευρά της οδύνης, της αναζήτησης μιας δικαίωσης για τις 57 ψυχές που χάθηκαν τόσο άδικα, της αγωνίας που καθρεφτίζεται στα πρόσωπα των παρευρισκομένων και στα αυστηρά μέτρα της αστυνομίας. Είναι ανθρώπινο και σχεδόν αναγκαίο να βιώνουμε αυτές τις εναλλαγές συναισθημάτων.

Δεν είναι ασέβεια προς το πένθος να βλέπουμε την ομορφιά της άνοιξης στο Πανεπιστήμιο· είναι η ίδια η φύση της ζωής που επιμένει να συνεχίζεται, δίπλα – δίπλα με την απαίτηση για δικαιοσύνη. Σε αυτό το σταυροδρόμι της πόλης, η ελπίδα και η μνήμη δίνουν τα χέρια. Οι φοιτητές που περνούν το κατώφλι της σχολής τους κουβαλούν στις τσάντες τους το μέλλον, ενώ απέναντι, μια ολόκληρη κοινωνία παλεύει να κλείσει τις πληγές του παρελθόντος.