
Η παράδοση (και είναι ισχυρή στη χώρα μας…) θέλει την Καθαρή Δευτέρα να είναι ημέρα περισυλλογής, γιορτής στην ύπαιθρο και οικογενειακής σύναξης γύρω από ένα τραπέζι με νηστίσιμα εδέσματα. Φέτος, όμως, η μόνη «κάθαρση» που φαίνεται να συντελείται είναι αυτή στις τσέπες των καταναλωτών.
Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Μακεδονία» είναι αποκαλυπτικό: 20% ακριβότερο το σαρακοστιανό τραπέζι. Η λαγάνα έγινε «αλμυρή», τα θαλασσινά έβγαλαν «φτερά» και το χταπόδι έχει γίνει πλέον είδος πολυτελείας.
Όταν μιλάμε για ελεύθερη αγορά, δεν θα έπρεπε να εννοούμε την ελευθερία στην αισχροκέρδεια. Είναι προφανές ότι σε μια χώρα που δεν έχει μάθει να λειτουργεί με καθαρούς κανόνες, η κερδοσκοπία θεωρείται από ορισμένους «επιχειρηματική δεινότητα».
- Απουσία ελέγχων: Οι καταναλωτικές οργανώσεις φωνάζουν για εντατικοποίηση των ελέγχων, αλλά η ανταπόκριση των μηχανισμών παραμένει αναιμική.
- Παιχνίδια προσφοράς και ζήτησης: Με την πρόφαση της «μειωμένης προσφοράς», οι τιμές εκτοξεύονται, αφήνοντας τον πολίτη απροστάτευτο απέναντι στα τερτίπια της αγοράς.
- Το κόστος της εξόδου: Ακόμα και η παραδοσιακή έξοδος στις ψαροταβέρνες της Θεσσαλονίκης και της περιφέρειας φαντάζει «πικρή», με το λογαριασμό να ξεκινά από τα 25€ και να φτάνει τα 35€ ανά άτομο.
Το ερώτημα παραμένει: Γιατί είμαστε απροστάτευτοι; Η αλλαγή δεν θα έρθει μόνο από τις υποσχέσεις για ελέγχους, αλλά από μια δομική αναδιοργάνωση της εποπτείας της αγοράς.
- Αυστηρά πλαφόν σε περιόδους υψηλής ζήτησης για προϊόντα που θεωρούνται είδη πρώτης ανάγκης (όπως η λαγάνα).
- Πραγματικά πρόστιμα που να υπερβαίνουν το κέρδος της κερδοσκοπίας, ώστε να λειτουργούν αποτρεπτικά.
- Ενδυνάμωση του καταναλωτικού κινήματος: Η δύναμη του «δεν αγοράζω» παραμένει το πιο ισχυρό όπλο μας, αρκεί να χρησιμοποιείται συλλογικά.
Συμπέρασμα: Η παράδοση δεν μπορεί να είναι το άλλοθι για να «γδέρνεται» ο οικογενειακός προϋπολογισμός. Αν η πολιτεία δεν μπορεί να εγγυηθεί καθαρούς κανόνες, τότε το «Κούλουμα» θα καταλήξει να είναι μια γιορτή για λίγους, αφήνοντας στους υπόλοιπους μόνο τη σκόνη από τον χαρταετό που… δεν μπόρεσαν να αγοράσουν.