Αρχική » Καθημερινότητα (Σελίδα 5)
Αρχείο κατηγορίας Καθημερινότητα
Η Αθήνα της «επόμενης μέρας» παίρνει ανάσα

Υπάρχουν κάποιες στιγμές που η Αθήνα μοιάζει να ξεχνάει τον εαυτό της. Μετά το πέρασμα της καταιγίδας την Τετάρτη —μιας μέρας γεμάτης γκρίζο, βουητό και τη δύναμη της βροχής που χτυπούσε ανελέητα την άσφαλτο— η επόμενη μέρα, η χθεσινή, ξημέρωσε αλλιώτικη. Στις 10 το πρωί, εκεί που κανονικά ο ήχος από τις κόρνες και η βιασύνη της καθημερινότητας θα έπρεπε να κυριαρχούν, η πόλη θύμιζε κάτι από Δεκαπενταύγουστο σε… κίνηση. Μόνο που η ζέστη του καλοκαιριού είχε αντικατασταθεί από ένα τσουχτερό, καθαρό κρύο. Οι δρόμοι, ακόμα νωποί από τα νερά της προηγούμενης μέρας, λειτουργούσαν σαν καθρέφτες κάτω από το λαμπρό φως του ήλιου. Ο ουρανός, πεντακάθαρος και βαθύς μπλε, δεν άφηνε κανένα ίχνος από τα σύννεφα που μας ταλαιπώρησαν.

Τα συναισθήματα; Περπατώντας στις άδειες λεωφόρους, η αίσθηση ήταν απόκοσμη αλλά και λυτρωτική. Κάτι σπάνιο για μια πρωτεύουσα εκατομμυρίων. Ένα φως που έκανε τα κτίρια, από τη Λεωφόρο Αθηνών μέχρι τα στενά των προαστίων, να δείχνουν πιο όμορφα μέσα στην απλότητά τους. Τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν στη Λένορμαν, φαινόταν λες και είχαν χάσει τον δρόμο τους σε ένα σκηνικό ταινίας. Αυτή η Αθήνα είναι που μας αρέσει. Που δεν την βαριέσαι, δεν είναι προβλέψιμη, αλλά ανατρεπτική.
Η Αθήνα μας έδειξε τα δόντια της χθες, απότομα

Εκεί που ο καιρός μας είχε συνηθίσει σε ένα ήπιο, σχεδόν ανοιξιάτικο πρόσωπο, η χθεσινή μέρα ήρθε να μας υπενθυμίσει πως ο χειμώνας είναι εδώ. Μέσα σε λίγη ώρα, ο αττικός ουρανός σκοτείνιασε και η πόλη παραδόθηκε σε μια καταρρακτώδη βροχή που άλλαξε πλήρως τους ρυθμούς της καθημερινότητας. Στο Σύνταγμα και στους κεντρικούς δρόμους, το τοπίο θύμιζε βορειοευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Το ίδιο και στις γειτονιές της Αθήνας.

Οι διαβάσεις γέμισαν με ομπρέλες κάθε λογής —κόκκινες, μπλε, κίτρινες— σε μια προσπάθεια των περαστικών να προστατευτούν από την ορμή του νερού. Ωστόσο, η ποσότητα ήταν τέτοια που οι ομπρέλες αποδείχθηκαν, σε πολλές περιπτώσεις, ανεπαρκείς. Η χθεσινή μέρα ήταν ένας μικρός «άθλος» για όσους έπρεπε να κυκλοφορήσουν για δουλειές. Ακόμη και για λίγο να χρειάστηκε να είσαι εκεί έξω, τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα…

Οι δρόμοι μετατράπηκαν σε ποτάμια, με τις αντανακλάσεις από τα φώτα των αυτοκινήτων πάνω στο βρεγμένο οδόστρωμα να συνθέτουν ένα σκηνικό μελαγχολικό, αλλά και επιβλητικό. Η εφευρετικότητα, βέβαια, δεν έλειψε. Όταν η βροχή σε προλαβαίνει απροετοίμαστο, κάθε μέσο γίνεται ασπίδα. Είδαμε ανθρώπους να χρησιμοποιούν ακόμα και μεγάλες σακούλες από τα ψώνια τους ως αυτοσχέδιες κουκούλες, προσπαθώντας να φτάσουν στον προορισμό τους όσο το δυνατόν πιο στεγνοί.

Το δημαρχείο Δυρραχίου, σε δυο “κλικ” ιστορίας

Δυρράχιο, τότε και τώρα. Δύο φωτογραφίες, ένας αιώνας απόσταση, και στην καρδιά τους το ίδιο κτίριο: το εμβληματικό Δημαρχείο (Bashkia) της πόλης. Μια αρχιτεκτονική γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, που μας υπενθυμίζει ότι οι τοίχοι έχουν μνήμη και οι πλατείες διηγούνται ιστορίες. Στη ασπρόμαυρη φωτογραφία, η ημερομηνία «7 prill 1939» σηματοδοτεί μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της αλβανικής ιστορίας. Είναι η ημέρα της ιταλικής εισβολής. Τα ελαφρά τανκς (L3/33 tankettes) των στρατευμάτων του Μουσολίνι σταθμεύουν μπροστά από το Δημαρχείο, αμέσως μετά την απόβαση στο λιμάνι του Δυρραχίου.

Στη σύγχρονη έγχρωμη λήψη, το Δημαρχείο στέκει ανακαινισμένο, περιτριγυρισμένο από φοίνικες και μια ανοιχτή, ελεύθερη πλατεία. Παρά τους σεισμούς (με τελευταίο τον καταστροφικό του 2019) και τις πολιτικές θύελλες που πέρασαν από πάνω του —από τον Φασισμό στον Κομμουνισμό και από εκεί στη Δημοκρατία— το κτίριο διατηρεί την επιβλητική του μορφή. Ο πύργος του ρολογιού, που κάποτε έβλεπε τα τανκς να περνούν, σήμερα κοιτάζει μια πόλη που σφύζει από ζωή, τουρισμό και ελπίδα. Η σύγκριση αυτών των δύο εικόνων δεν είναι απλώς μια άσκηση νοσταλγίας. Είναι μια απόδειξη της ανθεκτικότητας. Το Δυρράχιο, μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Αδριατικής, έμαθε να επιβιώνει.
Μια βουκαμβίλια που νίκησε τον άνεμο…

Υπάρχουν φυτά που απλώς στολίζουν έναν χώρο, και υπάρχουν και εκείνα που διηγούνται μια ιστορία. Η βουκαμβίλια στο μπαλκόνι των παιδιών ανήκει σίγουρα στη δεύτερη κατηγορία. Σήμερα, τη βλέπουμε να «θεριεύει», να σκαρφαλώνει με αυτοπεποίθηση στο ξύλινο καφασωτό και να γεμίζει το βλέμμα μας με αυτό το εκρηκτικό κόκκινο χρώμα. Όμως, η διαδρομή της μέχρι εδώ δεν ήταν πάντα ανθισμένη. Όπως κάθε τι πολύτιμο, έτσι και αυτή πέρασε από τις δικές της συμπληγάδες. Υπήρξαν στιγμές που η επιβίωσή της έμοιαζε με στοίχημα. Λίγα φύλλα, αδύναμα κλαδιά και η αίσθηση ότι ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος της.

Ήταν η φάση της δοκιμασίας, εκεί που η φύση μετράει τις αντοχές της. Δύο ήταν οι πρωταγωνιστές που άλλαξαν τη μοίρα της: Ο ήλιος της Αττικής, που αν και σκληρός μερικές φορές, έγινε η πηγή της ζωής της. Η απόφαση να την προστατέψουμε από τον αέρα. Ο άνεμος, που άλλοτε την τσάκιζε, σταμάτησε να είναι απειλή. Βρήκε το «απάνεμο» λιμάνι της και ένιωσε την ασφάλεια που χρειαζόταν για να ριζώσει βαθιά. Η βουκαμβίλια μας δίδαξε πως όταν έχεις τις σωστές βάσεις και την κατάλληλη προστασία, ακόμα και το πιο αδύναμο ξεκίνημα μπορεί να καταλήξει σε έναν θρίαμβο χρωμάτων.”
Συνύπαρξη με τα περιστέρια της πλ. Αττικής

Στην καρδιά της Αθήνας, εκεί που η βουή της πόλης και η κίνηση των αυτοκινήτων μοιάζουν να μην σταματούν ποτέ, υπάρχει μια γωνιά που ο χρόνος δείχνει να κυλά με διαφορετικούς ρυθμούς. Η Πλατεία Αττικής, με το σιντριβάνι της και τα ψηλά της δέντρα, αποτελεί ένα καταφύγιο – όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για τους πιο πιστούς της θαμώνες: τα περιστέρια. Αν σταθείς για λίγα λεπτά στην πλατεία, θα τα δεις παντού. Στοιχισμένα πάνω στα πράσινα μεταλλικά κάγκελα, σαν να περιμένουν υπομονετικά το επόμενο “ραντεβού” τους, ή να περπατούν νωχελικά ανάμεσα στα παγκάκια.

Αυτό που κάνει τα περιστέρια της Πλατείας Αττικής να ξεχωρίζουν είναι η απίστευτη εξοικείωσή τους με τον άνθρωπο. Δεν τρομάζουν, δεν απομακρύνονται βιαστικά. Αντίθετα, κυκλοφορούν ανάμεσα στους περαστικούς με μια αυτοπεποίθηση που μαρτυρά πως αυτός ο χώρος τούς ανήκει όσο και σε εμάς. Η σχέση των κατοίκων με τα πουλιά είναι σχεδόν τελετουργική. Οι ηλικιωμένοι συχνά κάθονται στα παγκάκια και μοιράζονται το ψωμί τους.

Τα παιδιά τρέχουν ενθουσιασμένα ανάμεσά τους, προσπαθώντας να κερδίσουν την προσοχή τους με λίγους σπόρους. Οι βιαστικοί περαστικοί θα κοντοσταθούν για μια στιγμή, βλέποντας αυτή την εικόνα αρμονίας, και θα χαμογελάσουν. Είναι μια σιωπηλή συμφωνία: οι άνθρωποι προσφέρουν τροφή και τα περιστέρια προσφέρουν τη συντροφιά τους, ζωντανεύοντας το γκρίζο του τσιμέντου με το φτερούγισμά τους.

Μια «Στάνη» στην… Ομόνοια! Το φαντάζεστε;

Στην καρδιά της Αθήνας, στον πεζόδρομο της Κοτοπούλη, κοντά στην πολύβουη Ομόνοια, υπάρχει ένα ζαχαροπλαστείο που μετράει σχεδόν έναν αιώνα ζωής: η “Στάνη”. Από το 1931, όπως μαρτυρά και η φωτεινή επιγραφή, αυτό το ιστορικό μαγαζί έχει γίνει συνώνυμο της αυθεντικής, παραδοσιακής αθηναϊκής γεύσης, μεταφέροντας τους επισκέπτες σε μια εποχή όπου η ποιότητα ήταν ο μοναδικός κανόνας. Η “Στάνη” δεν είναι απλώς ένα ζαχαροπλαστείο, είναι ένα «μαντείο» των γαλακτοκομικών γεύσεων.

Η φήμη της στηρίζεται στα αγνά υλικά και στις συνταγές που έχουν μείνει αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου. Το γιαούρτι είναι αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής. Παραδοσιακό, παχύ, με την χαρακτηριστική του πέτσα, που σερβίρεται συχνά με μέλι. Η κρέμα και το ρυζόγαλο είναι βελούδινα, με πλούσια γεύση γάλακτος, είναι η επιτομή του κλασικού, σπιτικού γλυκού που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Στις βιτρίνες βρίσκουμε παραδοσιακά γλυκίσματα όπως μελομακάρονα, κουραμπιέδες και δίπλες (ανάλογα την εποχή), καθώς και λαχταριστά κομμάτια πάστας και τουρτών, όλα φτιαγμένα με την ίδια προσήλωση στην παράδοση.
Το «Φανάρι του Διογένη» στην όμορφη Πλάκα

Το μνημείο αυτό βρίσκεται στην ιστορική συνοικία της Πλάκας στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στην Πλατεία Λυσικράτους (Οδός Επιμενίδου 3). Επί της αρχαίας Οδού Τριπόδων, η οποία οδηγούσε από την Αγορά στο Θέατρο του Διονύσου και ήταν κάποτε γεμάτη από παρόμοια χορηγικά μνημεία. Η κατασκευή που απεικονίζεται στην φωτογραφία είναι το Χορηγικό Μνημείο του Λυσικράτους (γνωστό και ως «Φανάρι του Διογένη»). Το Μνημείο Λυσικράτους είναι το μοναδικό πλήρως σωζόμενο χορηγικό μνημείο της αρχαιότητας. Κτίστηκε το 335/334 π.Χ. από τον πλούσιο Αθηναίο πολίτη Λυσικράτη για να τιμήσει τη νίκη της χορωδίας που είχε χρηματοδοτήσει (χορηγός) στους δραματικούς αγώνες των Διονυσίων. Το βραβείο της νίκης, ένας χάλκινος τρίποδας, ήταν αρχικά τοποθετημένος στην κορυφή του μνημείου.

Ήταν ένα ήσυχο μεσημέρι του Δεκεμβρίου στην Πλάκα. Ο αέρας ήταν δροσερός, κουβαλώντας τις μυρωδιές από τα ψητά και τα μπαχαρικά της γειτονιάς, μα η διάθεση μας ήταν όμορφη. Είχε μόλις τελειώσει μια πολύωρη βόλτα στα σοκάκια, θαυμάζοντας τα νεοκλασικά και τις ανθισμένες βουκαμβίλιες που ακόμη κρατούν. Το κατάστημα La Pasteria da Vinci στη βιτρίνα του πααρουσίαζε τα χειροποίητα γλυκά και τις σοκολάτες που έλαμπαν κάτω από το απαλό φως. Ο μαυροπίνακας δίπλα στην είσοδο τράβηξε την προσοχή μας. Εκεί, κάτω από την ένδειξη “PLAKA”, μια μεγάλη λίστα με πόλεις και περιοχές απλωνόταν: ΕΡΜΟΥ, ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ, ΚΗΦΙΣΙΑ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ακόμη και ΠΑΡΙΣΙ, ΒΕΡΣΑΛΛΙΕΣ. Προφανώς κι εδώ αυτή η φίρμα είχε μαγαζιά…























Δυστυχώς αυτή είναι η κατάντια του κράτους (όχι της Χώρας) και της τωρινής αδιάφορης τοπικής αυτοδιοίκησης!! Κρίμα....! Δεν υπάρχουν άνθρωποι…