Ετοιμάζουμε το νέο τεύχος του ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ


Στο Σωματείο Συνταξιούχων ΗΣΑΠ, στον Πειραιά, ο χρόνος μοιάζει να έχει παγώσει σε μια ανήσυχη αναμονή. Κατεβαίνω σήμερα στα γραφεία με έναν σκοπó ξεκάθαρο: να συγκεντρώσω το απαραίτητο υλικό για τη νέα έκδοση της εφημερίδας του «ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ Σιδηρόδρομου». Όμως, καθώς διασχίζω την πόρτα, το συναίσθημα είναι βαρύ. Εδώ και μήνες, κοντά έναν ολόκληρο χρόνο, το Σωματείο βρίσκεται σε μια διαρκή, επώδυνη κατάσταση μετάβασης. Οι δυσκολίες είναι πια καθημερινές, αγγίζοντας ακόμα και τα πιο απλά, τα αυτονόητα πράγματα που άλλοτε διεκπεραιώνονταν με συνοπτικές διαδικασίες και αστείρευτο μεράκι.
Είμαι κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους σχεδόν τριάντα χρόνια τώρα. Μαζί, σε εποχές με έντονους αγώνες και ζωντανές διεκδικήσεις, «γεννήσαμε» αυτή την εφημερίδα. Την ποτίσαμε με τις αγωνίες μας, τα όνειρά μας, τις ιστορίες μιας ζωής στις γραμμές του τρένου που ένωσε γενιές. Γι’ αυτό και σήμερα η καρδιά μου θλίβεται με όλο αυτό που ζω. Βλέπω τους ίδιους ανθρώπους, τους συντρόφους μιας ζωής, να παλεύουν όχι μόνο με τα προβλήματα της ηλικίας και της εποχής, αλλά και με μια εσωτερική στασιμότητα που μουδιάζει το πνεύμα του συλλογικού αγώνα.
Στα πρόσωπα των παλαιών συναδέλφων διακρίνεις την ίδια παλιά, γνήσια ζεστασιά, αλλά ταυτόχρονα και μια σιωπηλή κούραση. Τα γραφεία, κάποτε κέντρο αποφάσεων, ζωντανών συζητήσεων και αδιάκοπης κίνησης, μοιάζουν πια απόμακρα, φορτωμένα με αρχεία που περιμένουν το χέρι που θα τα ξαναζωντανέψει. Κάθε γωνία κουβαλάει μνήμες από γενικές συνελεύσεις, από τυπογραφικά δοκίμια που διορθώνονταν ως αργά το βράδυ, από καφέδες που έδιναν νέες ιδέες.
Και όμως, παρά τη θλίψη και τις δυσκολίες, αρνούμαι να πιστέψω πως αυτός είναι ο επίλογος. Το Σωματείο Συνταξιούχων ΗΣΑΠ υπήρξε επί δεκαετίες φωτεινό παράδειγμα και σημείο αναφοράς. Ήταν ένα ζωντανό και πρωτοπόρο πρωτοβάθμιο σωματείο που δεν φοβήθηκε ποτέ να τα βάλει με τα δύσκολα, να οργανώσει, να διεκδικήσει, να εμπνεύσει. Μακάρι η σημερινή εικόνα να είναι απλώς μια παρένθεση, κάτι περαστικό που θα δώσει τη θέση του στην αναγέννηση.
Η εφημερίδα, ο «ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΣ Σιδηρόδρομος», πρέπει να συνεχίσει να κυκλοφορεί, να ενημερώνει, να θυμίζει ποιοι είναι και από πού έρχονται. Γιατί οι αγώνες δεν συνταξιοδοτούνται ποτέ, ούτε ξεθωριάζουν στα συρτάρια. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται, η φλόγες αυτής της ιστορίας θα βρίσκουν πάντα τον τρόπο να ξαναφουντώνουν.

Μια Τετάρτη πολύ αλλιώτικη από τις άλλες…

Υπάρχουν μέρες στην Αθήνα που ο χρόνος φαίνεται να κυλά με διαφορετικό ρυθμό. Μέρες που η βουή του κέντρου υποχωρεί, αφήνοντας χώρο για μια παράξενη, αλλά καλοδεχούμενη, ηρεμία. Μια τέτοια μέρα ήταν και η χθεσινή Τετάρτη, όταν βρεθήκαμε στην καρδιά της πόλης, στην Πλατεία Κοραή. Η διαδρομή ξεκίνησε, όπως για πολλούς Αθηναίους, υπογείως. Ο σταθμός του Μετρό «Πανεπιστήμιο», συνήθως μια κυψέλη δραστηριότητας, φαινόταν κι αυτός επηρεασμένος από την γενικότερη ραθυμία της ημέρας. Καθώς κατεβαίναμε, η κίνηση ήταν αισθητά μειωμένη. Δεν υπήρχε η συνηθισμένη πίεση των επιβατών που βιάζονται να προλάβουν τον επόμενο συρμό, ούτε οι φωνές που γεμίζουν τον αέρα.

Όλα ήταν ήσυχα. Μια σπάνια πολυτέλεια για έναν από τους κεντρικότερους σταθμούς του δικτύου. Αυτή η ησυχία, όμως, ήταν μόνο η προαναγγελία για το τι θα συναντούσαμε ανεβαίνοντας. Η έξοδος προς την Πλατεία Κοραή κρύβει μια μικρή… έκπληξη, ειδικά για όσους έχουν συνηθίσει την ευκολία των ηλεκτρικών κυλιόμενων κλιμάκων. Εδώ, η άνοδος στην επιφάνεια απαιτεί μια μικρή δόση σωματικής προσπάθειας. Όπως μπορείτε να διαπιστώσετε κι εσείς οι σκάλες που οδηγούν έξω είναι οι κλασικές, σταθερές σκάλες. Σίγουρα, δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα, ειδικά αν κουβαλάτε τσάντες ή αν βιάζεστε. Αλλά, σε μια μέρα σαν αυτή, αυτή η μικρή «άσκηση» φάνηκε σχεδόν συμβολική. Μια υπενθύμιση ότι μερικές φορές, οι πιο απλοί, παραδοσιακοί τρόποι έχουν τη δική τους, μοναδική αξία.

Φτάνοντας επάνω, η εικόνα που αντικρίσαμε ήταν τελείως διαφορετική από αυτή που έχουμε συνηθίσει. Ο κόσμος που κυκλοφορούσε ήταν μετρημένος στα δάχτυλα. Τίποτα δεν θύμιζε το καλοκαίρι και την ξέφρενη κίνησή του. Δεν υπήρχαν οι τουρίστες με τους χάρτες, ούτε οι Αθηναίοι που έτρεχαν για τις δουλειές τους. Η Πλατεία Κοραή, συνήθως γεμάτη ζωή, έμοιαζε σαν να έχει πάρει μια βαθιά ανάσα. Ίσως φταίει ο συννεφιασμένος καιρός που επικρατούσε. Ο ουρανός ήταν γκρίζος, γεμάτος βαριά σύννεφα, που όμως δεν έριχναν βροχή. Η ατμόσφαιρα ήταν δροσερή, με μια «ψυχρούλα» που σε έκανε να σφίξεις το παλτό σου. Αυτός ο φθινοπωρινός καιρός φαινόταν να έχει επηρεάσει και τους λίγους περαστικούς. Κινούνταν πιο αργά, πιο ήρεμα, απολαμβάνοντας ίσως αυτή την σπάνια γαλήνη που προσφέρει η πόλη όταν ο καιρός το επιτρέπει.

Ακόμα και το μικρό σιντριβάνι που βρίσκεται στην πλατεία έμοιαζε να έχει συντονιστεί με τη γενικότερη ατμόσφαιρα. Την ώρα που το φωτογραφίσαμε, δεν «δούλευε». Το νερό ήταν ακίνητο, αντανακλώντας το γκρίζο του ουρανού. Σε μια άλλη μέρα, ίσως να θεωρούσαμε ότι κάτι λείπει. Αλλά σήμερα, ακόμα και αυτό το ακίνητο σιντριβάνι είχε τη δική του ομορφιά. Μια ομορφιά που πηγάζει από την απλότητα, από την ησυχία, από την αίσθηση ότι μερικές φορές, δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο για να εκτιμήσεις μια στιγμή. Αυτές οι καθημερινές στιγμές στη φθινοπωρινή Αθήνα είναι που κάνουν την πόλη τόσο μοναδική. Μέσα στη βουή και το τρέξιμο, υπάρχουν νησίδες ηρεμίας και γαλήνης, όπως αυτή που συναντήσαμε στην Πλατεία Κοραή αυτή την Τετάρτη.























Νίκο χαίρομαι που η ελπίδα σας κρατάει όρθιους, δραστήριους και δημιουργικούς. Συνεχίστε να κρατάτε γερά αυτήν την άγκυρα με την…