Αρχική » 2026 (Σελίδα 12)
Αρχείο έτους 2026
Ριζάρη: Λίγο πριν τη μεγάλη αλλαγή του καιρού

Είναι εκείνες οι λίγες στιγμές στην καρδιά της Αθήνας που ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνει. Χθες το απόγευμα, γύρω στις 5:00, το Πάρκο Ριζάρη στον Ευαγγελισμό «λούστηκε» από το τελευταίο φως της ημέρας, προσφέροντας ένα σκηνικό απαράμιλλης ομορφιάς, λίγο πριν η χειμωνιάτικη φύση δείξει το πιο σκληρό της πρόσωπο σύμφωνα με τις προγνώσεις των μετεωρολόγων.

Παρά το τσουχτερό κρύο που έχει αρχίσει να τυλίγει την πόλη, το φως ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής. Οι χαμηλές ακτίνες του ήλιου δημιούργησαν μακριές, δραματικές σκιές πάνω στα πλακόστρωτα μονοπάτια, ενώ οι κορυφές των δέντρων κρατούσαν ακόμα κάτι από τις πορτοκαλί ανταύγειες του δειλινού. Είναι μια ώρα που μου αρέσει να την απολαμβάνω…

Οι λιγοστοί περαστικοί και όσοι επέλεξαν τα παγκάκια του πάρκου για μια σύντομη ανάσα, έμοιαζαν να απολαμβάνουν αυτή τη σιωπηλή προσμονή. Κάποιοι βυθισμένοι στις σκέψεις τους, άλλοι με το βλέμμα στην οθόνη του κινητού ή σε μια γρήγορη βόλτα, όλοι έγιναν μέρος ενός ζωντανού κάδρου που θύμιζε καρτ ποστάλ. Όπως και να το κάνεις η Αθήνα έχει ζωή…

Θησαυρός στο τραπέζι από «xορτοσυλλεκτική»

Υπάρχει μια ιδιαίτερη ιεροτελεστία που ξεκινά πολύ πριν ανάψει το μάτι της κουζίνας. Ξεκινά με ένα ζευγάρι άνετα παπούτσια, ένα κοφτερό μαχαιράκι και μια βαθιά γνώση που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Η φύση δεν είναι απλά ένα τοπίο· είναι ένας ζωντανός οργανισμός που, αν ξέρεις να τον ακούσεις, σου προσφέρει τα καλύτερα δώρα του. Στη φωτογραφία, δεν υπάρχουν απλά «χόρτα». Υπάρχει ο κόπος μιας ολόκληρης ημέρας στο βουνό ή στον κάμπο. Υπάρχει η καθαρή μυρωδιά του μάραθου που κυριαρχεί στον χώρο, η σπιρτάδα των άγριων πράσων και η γήινη γεύση από τους ζωχούς, τις παπαρούνες και τα ραδίκια. Η γη δίνει τα καλύτερά της σε εκείνους που ξέρουν πού να ψάξουν, αλλά κυρίως, σε εκείνους που σέβονται τον χρόνο της. Το να μαζεύεις άγρια χόρτα είναι μια μορφή διαλογισμού. Είναι η στιγμή που το μυαλό αδειάζει και η προσοχή εστιάζει στο πράσινο της πλαγιάς, αναζητώντας το σωστό φύλλο, την τρυφερή κορυφή. Όταν επιστρέφεις στο σπίτι με αυτά η κουζίνα μεταμορφώνεται. Το καθάρισμα των χόρτων είναι ο χρόνος της παρέας και της κουβέντας.
Από την Ομάδα “ΑΓΡΙΑ ΧΟΡΤΑ ΘΑΜΝΟΙ ΚΑΙ ΛΟΥΛΟΎΔΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ” στο FACEBOOK. Η φωτογραφία είναι του Mixhalis Markodemetrakes
Ένας μικρός περίπατος στις γεύσεις της υπαίθρου

Υπάρχει κάτι το σχεδόν μαγικό στην εικόνα ενός ανθρώπου που σκύβει πάνω από το νωπό χώμα, ανάμεσα σε θάμνους και αγριολούλουδα, αναζητώντας τους θησαυρούς της ελληνικής γης. Για πολλούς από εμάς, η τέχνη του “μαζεύω χόρτα” φαντάζει σαν μια ξεχασμένη γλώσσα, ένα μυστικό που κατείχαν οι γιαγιάδες μας και που εμείς σήμερα κοιτάζουμε με δέος και μια γλυκιά νοσταλγία. Τα Ραδίκια: Με την ευγενή τους πίκρα, που καθαρίζει το σώμα και ξυπνά τις αισθήσεις. Είναι η δύναμη της γης σε μια μπουκιά.

Φανταστείτε ένα πρωινό με καθαρό αέρα, όπου η μόνη σας έννοια είναι να ξεχωρίσετε το σωστό πράσινο ανάμεσα στις φυλλωσιές. Δεν είναι απλώς τροφή· είναι η σύνδεση με τον κύκλο της ζωής. Το να κρατάς στα χέρια σου χόρτα που μαζεύτηκαν πριν από λίγη ώρα είναι μια μικρή ευλογία. Η διαδρομή από το λιβάδι στην κουζίνα είναι σύντομη, αλλά γεμάτη ουσία. Καθώς τα χόρτα πλένονται με κρύο νερό και μπαίνουν στο τσουκάλι, η κουζίνα γεμίζει με τις μυρωδιές του βουνού και του κάμπου. Οι Καυκαλήθρες: Με το τόσο ιδιαίτερο, σχεδόν πιπεράτο άρωμά τους, που αν τις μυρίσεις μια φορά, δεν τις ξεχνάς ποτέ.

Το Λάπαθο: Με τα πλατιά του φύλλα, έτοιμα να δώσουν αυτή τη μοναδική οξύτητα που μεταμορφώνει κάθε πίτα. Λίγο καλό ελαιόλαδο, φρέσκο λεμόνι και ένα παξιμάδι είναι το μόνο που χρειάζεται για να στηθεί η μεγαλύτερη γιορτή στο τραπέζι μας. To Μάραθο: Το “άρωμα της άνοιξης”. Λίγα κλωνάρια αρκούν για να μοσχοβολήσει όλη η γειτονιά καθώς το τσουκάλι σιγοβράζει.

Σπαράγγια, θησαυρός της ελληνικής υπαίθρου

Τα άγρια σπαράγγια «ξυπνούν» με τις πρώτες ανοιξιάτικες βροχές και την άνοδο της θερμοκρασίας. Προτιμούν τις άκρες των δρόμων, τους παλιούς ελαιώνες, τις ρεματιές και τις θαμνώδεις εκτάσεις. Συχνά «κρύβονται» μέσα σε αγκαθωτούς θάμνους (όπως οι ασπάλαθοι), οι οποίοι τα προστατεύουν από τα ζώα. Στη Νότια Ελλάδα (όπως στη Λακωνία) ξεκινούν ακόμα και από τον Φεβρουάριο, ενώ στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα μπορεί να τα βρει κανείς μέχρι τον Μάιο, ανάλογα με το υψόμετρο. Κόβουμε μόνο το τρυφερό πάνω μέρος (περίπου 10-15 εκατοστά) με το χέρι. Αν το στέλεχος δεν σπάει εύκολα, σημαίνει ότι στο σημείο εκείνο είναι ξυλώδες και σκληρό.
Πώς τα προετοιμάζουμε; Το μυστικό στα άγρια σπαράγγια είναι η απλότητα. Έχουν μια χαρακτηριστική, ελαφρώς πικρή αλλά «γεμάτη» γεύση που δεν πρέπει να καλύπτεται από πολλά μπαχαρικά. Τα πλένουμε καλά με κρύο νερό. Κρατάμε το σπαράγγι και το λυγίζουμε μέχρι να σπάσει μόνο του. Το πάνω μέρος είναι το βρώσιμο, το κάτω (το σκληρό) το πετάμε ή το κρατάμε για να δώσουμε γεύση σε έναν ζωμό.
Πώς τα φτιάχνουμε;
1. Η κλασική Ομελέτα (Σφουγγάτο) Είναι ο πιο παραδοσιακός τρόπος απόλαυσης στη Λακωνία και σε όλη την Πελοπόννησο.
Σοτάρουμε τα σπαράγγια σε λίγο ελαιόλαδο μέχρι να μαλακώσουν (3-4 λεπτά). Ρίχνουμε τα χτυπημένα αυγά, αλάτι και πιπέρι.
2. Βραστά Σαλάτα
Για όσους αγαπούν τις καθαρές γεύσεις. Τα ζεματάμε σε αλατισμένο νερό για μόλις 2-3 λεπτά (θέλουμε να παραμείνουν “al dente”). Σερβίρουμε με μπόλικο λαδολέμονο. Είναι ο ιδανικός μεζές για τσίπουρο ή ούζο.
3. Στο τηγάνι με σκόρδο και λεμόνι
Ένα εξαιρετικό συνοδευτικό για ψάρι ή κρέας. Τα σοτάρουμε με ελαιόλαδο και ψιλοκομμένο σκόρδο. Σβήνουμε με χυμό λεμονιού και πασπαλίζουμε με ξύσμα λεμονιού.
4. Ριζότο ή Pasta με Άγρια Σπαράγγια
Για μια πιο γκουρμέ προσέγγιση. Χρησιμοποιήστε τα κεφάλια των σπαραγγιών σε ένα κρεμώδες ριζότο ή σε μια μακαρονάδα με λίγο κουκουνάρι και παρμεζάνα. Η πικράδα τους εξισορροπείται υπέροχα με τη λιπαρότητα του τυριού.
Από Στοκχόλμη Σουηδίας η μαγεία του πρώτου χιονιού

Η Στοκχόλμη δεν είναι απλώς μια πρωτεύουσα· είναι ένας ζωντανός πίνακας ζωγραφικής που αλλάζει χρώματα με τις εποχές. Αυτές τις μέρες, η πόλη «φόρεσε» τα λευκά της, υποδεχόμενη το πρώτο χιόνι της χρονιάς. Χάρη στις φίλες μας, τη Mela και την Dina, που ζουν εκεί και μοιράστηκαν μαζί μας αυτά τα υπέροχα στιγμιότυπα, μπορούμε να πάρουμε μια γεύση από τη σκανδιναβική ηρεμία.

Η πρώτη εικόνα από το παράθυρο είναι η επιβεβαίωση: το χιόνι έχει καλύψει τα πάντα. Τα αυτοκίνητα στους δρόμους θυμίζουν λευκά γλυπτά και η αστική βοή φαίνεται να έχει δώσει τη θέση της σε μια γλυκιά, χειμωνιάτικη σιωπή. Είναι η στιγμή που ο χρόνος σταματά για λίγο και η καθημερινότητα αποκτά έναν άλλο, πιο αργό ρυθμό. Η Dina μας είπε ότι φέτος άργησαν τα χιόνια. Όταν πρωτοπήγαν σ’ αυτή τη χώρα, τα χιόνια άρχιζαν από τον Οκτώβριο…

Στα πάρκα και στα δάση της Στοκχόλμης, το σκηνικό θυμίζει παραμύθι. Τα δέντρα, φορτωμένα με φρέσκο χιόνι, σχηματίζουν φυσικές στοές πάνω από τα μονοπάτια. Εκεί, το μπλε του σκανδιναβικού λυκόφωτος συναντά το καθαρό λευκό, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που σε προσκαλεί να περπατήσεις και να αναπνεύσεις τον κρύο, καθαρό αέρα. Ευχαριστούμε θερμά τη Mela και τη Dina που μας έδωσαν τη χαρά να «ταξιδέψουμε» μαζί τους σε αυτή την πρώτη λευκή μέρα του χρόνου!

Βουδαπέστη και Καστοριά με ένα μπολ Γκούλας

Όταν το κρύο αρχίζει να «τσιμπάει» στις πλαγιές της Καστοριάς και η ομίχλη αγκαλιάζει τους Αμπελόκηπους, η κουζίνα στο «Αθήρι» μεταμορφώνεται σε ένα καταφύγιο αναμνήσεων. Εκεί, η ιδιοκτήτρια και σεφ Ευθαλία Ρουσκοπούλου, δεν ανακατεύει απλώς κατσαρόλες· ανακατεύει την ίδια την ιστορία της οικογένειάς της. Υπάρχουν φαγητά που σε χορταίνουν και φαγητά που σε «ταξιδεύουν». Το Γκούλας της Ευθαλίας ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Είναι η ζωντανή κληρονομιά της γιαγιάς Φωτεινής, που έφερε μαζί της από την Ουγγαρία τα μυστικά της αυθεντικής πάπρικας και την τέχνη του αργού μαγειρέματος.

Κάθε κουταλιά είναι ένας φόρος τιμής σε εκείνη την κουζίνα της γιαγιάς, όπου η αγάπη μετριόταν σε ώρες αναμονής πάνω από τη φωτιά και σε μυρωδιές που πλημμύριζαν το σπίτι. Στο «Αθήρι», η Ευθαλία μας παρουσιάζει το Γκούλας σε δύο εμβληματικές μορφές: Η Γκούλας Σούπα: Μέσα στο παραδοσιακό σκεύος, το βαθύ κόκκινο χρώμα της πάπρικας «καίει» σαν μικρή εστία φωτιάς. Ζουμερό μοσχαράκι, καρότα και πατάτες μελώνουν μέσα σε έναν ζωμό πλούσιο και αρωματικό. Είναι το απόλυτο αντίδοτο στον χειμώνα. Γκούλας με χειροποίητα ζυμαρικά: Εδώ η ένταση της σάλτσας συναντά την τρυφερότητα. Τα χειροποίητα ζυμαρικά, φτιαγμένα με τον παλιό τρόπο, γίνονται ο ιδανικός «καμβάς» για να αναδειχθεί το κρέας, ενώ μια δόση δροσερής κρέμας και τα φρέσκα μυρωδικά απογειώνουν το πιάτο στο σήμερα.
Ένα μάθημα από το θερμοκήπιο του Πέτρου…

Υπάρχει μια ιδιαίτερη ιεροτελεστία στο να φτιάχνεις τον δικό σου κήπο. Ξεκινάει από το χώμα στα νύχια, συνεχίζεται με το καθημερινό πότισμα και κορυφώνεται με εκείνη την κρυφή περηφάνια όταν βλέπεις τα πρώτα πράσινα φύλλα να ορθώνονται με σθένος. Για τους ερασιτέχνες κηπουρούς, αυτά τα φυτά δεν είναι απλώς “κηπευτικά”· είναι η σύνδεσή με τη γη, είναι η υπόσχεση για το καθαρό φαγητό στο τραπέζι της οικογένειας.

Φέτος, ο Καλό φίλος Πέτρος πήρε όλες τις προφυλάξεις. Έστησε το θερμοκήπιο, το έντυσε με νάιλον, στρεέωσε τα καλάμια με προσοχή. Ήθελε να προσφέρει στις ντοματιές του ένα ασφαλές σπίτι, μακριά από τα δόντια του παγετού. Τις έβλεπε να μεγαλώνουν, να δένουν καρπό, να γεμίζουν το χώρο με εκείνη την έντονη, υπέροχη μυρωδιά του καλοκαιριού που πλησιάζει. Και μετά, ήρθε ένα πρωινό.

Εκεί που περιμένεις να δεις το ζωντανό πράσινο να σε καλωσορίζει, αντικρίζεις τη σιωπή του μαύρου. Ο παγετός, αθόρυβος και ανελέητος, κατάφερε να τρυπώσει εκεί που νομίζαμε πως είχαμε οχυρωθεί. Οι ντοματιές, που μέχρι χθες έσφυζαν από ζωή, τώρα κρέμονται μαραζωμένες πάνω στα δεσίματά τους, σαν να παραδόθηκαν σε μια μάχη που ήταν άνιση από την αρχή.
























Δυστυχώς αυτή είναι η κατάντια του κράτους (όχι της Χώρας) και της τωρινής αδιάφορης τοπικής αυτοδιοίκησης!! Κρίμα....! Δεν υπάρχουν άνθρωποι…