Αρχική » Καθημερινότητα (Σελίδα 2)
Αρχείο κατηγορίας Καθημερινότητα
Ανακαλύπτοντας ξανά, την αληθινή τροφή…

Σε μια εποχή που η ταχύτητα ορίζει τη ζωή μας, ξεχάσαμε να κοιτάμε χαμηλά, εκεί που η φύση προσφέρει απλόχερα τους θησαυρούς της. Θυμάστε τις τσουκνίδες στις άκρες των χωραφιών; Αυτό το «παρεξηγημένο» φυτό που οι γιαγιάδες μας μετέτρεπαν σε χρυσαφένιες πίτες και δυναμωτικά γεύματα, σήμερα φαντάζει ξένο στις νέες γενιές. Εγκλωβισμένοι στην ευκολία του fast food και των επεξεργασμένων γευμάτων, χάσαμε κάτι πολύτιμο: τη γνώση του τι βάζουμε στο σώμα μας.

Το «έτοιμο» μπορεί να είναι γρήγορο, αλλά είναι άραγε υγιεινό; Η απάντηση κρύβεται στην έλλειψη θρεπτικών συστατικών, στα κρυφά λιπαρά και στην αποξένωση από την ίδια τη γη. Εδώ, πιστεύουμε ότι η υγεία δεν βρίσκεται σε ένα πλαστικό κουτί, αλλά στην επιστροφή στις ρίζες μας. Στόχος μας είναι: Να θυμηθούμε ξανά τα βότανα και τα χόρτα που ευδοκιμούν δίπλα μας.

Να μαγειρέψουμε συνειδητά. Να αντικαταστήσουμε το «πρόχειρο» με το «αληθινό», χρησιμοποιώντας υλικά που θρέφουν το σώμα και την ψυχή. Να γεφυρώσουμε το χάσμα. Να δείξουμε στη νέα γενιά ότι η παράδοση δεν είναι παρωχημένη, αλλά η πιο σύγχρονη απάντηση σε έναν κόσμο γεμάτο χημικά. «Η τροφή μας ας είναι το φάρμακό μας», έλεγε ο Ιπποκράτης. Ήρθε η ώρα να αφήσουμε τα φαστφουντάδικα και να επιστρέψουμε στη σοφία της φύσης.

Φλεβάρης στα Σεπόλια: Στην οδό Χειμάρρας…

Φαίνεται πως ο Μάρτιος αποφάσισε φέτος να μας συστηθεί με το κρύο του χειμώνα. Παρόλο που η ημερολογιακή Άνοιξη είναι προ των πυλών και η εαρινή ισημερία απέχει ακόμα μερικές εβδομάδες, η Αθήνα αυτές τις μέρες μας θυμίζει πως ο Φλεβάρης αφήνει πίσω του μια γερή δόση παγωνιάς. Περπατώντας χθες στην οδό Χειμάρρας, χαμηλά στα Σεπόλια, ένιωσα αυτό το τσουχτερό κρύο που σε κάνει να σφίγγεις το μπουφάν σου, αλλά ταυτόχρονα σε καλεί να παρατηρήσεις τις λεπτομέρειες της γειτονιάς με άλλη ματιά.

Εκεί, μια ανάσα από το Μετρό, η πόλη αποκαλύπτει το αληθινό της πρόσωπο. Σε αυτόν τον σύντομο περίπατο, στάθηκα σε τρία σημεία που μου τράβηξαν την προσοχή: Από τη μία, η κλασική γοητεία των παλιών διώροφων με τα πράσινα παντζούρια και τις κεραμοσκεπές —κτίρια που αντέχουν στον χρόνο και κουβαλούν μνήμες μιας άλλης Αθήνας— και από την άλλη, οι σύγχρονες γραμμές των νέων πολυκατοικιών με τα προσεγμένα μπαλκόνια.

Τα γυμνά κλαδιά των δέντρων κόντρα στον συννεφιασμένο ουρανό δημιουργούν μια μελαγχολική αλλά πανέμορφη γεωμετρία, ενώ οι ανθισμένες γλάστρες στα μπαλκόνια δίνουν το «σύνθημα» πως η Άνοιξη είναι ήδη εδώ και περιμένει τη σειρά της. Τα σταθμευμένα αυτοκίνητα, οι πινακίδες, η ησυχία του δρόμου πριν την είσοδο του Μαρτίου. Μια γειτονιά που ζει, αναπνέει και μεταμορφώνεται.
Καλή συναναστροφή και όμορφη συντροφιά!

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που μας υπενθυμίζουν πόσο σημαντικό είναι να μοιραζόμαστε τον χρόνο μας με ανθρώπους που μιλούν την ίδια «γλώσσα» στην ψυχή. Η πρόσφατη συνάντησή μας στην ταβέρνα «Ρόδι» στα Σεπόλια, με τον Γιώργο και τη Χρυσούλα Γαλάνη, ήταν ακριβώς μια τέτοια στιγμή.
Πότε έχουν αξία τέτοιες συναντήσεις; Όταν η ζωή σου διέπεται από την ίδια πίστη και τις ίδιες ηθικές αξίες, τότε η επικοινωνία γίνεται βαθιά και ουσιαστική, χωρίς προσπάθεια. Παρόλο που οι φίλοι μας ζουν μόνιμα στη Σουηδία, η απόσταση εκμηδενίζεται μπροστά στην ειλικρινή αγάπη και τον αμοιβαίο σεβασμό. Το να ακούς για τη ζωή τους εδώ και στο εξωτερικό και να μοιράζεσαι τις δικές σου σκέψεις, εμπλουτίζει τον πνευματικό σου ορίζοντα.
Η πραγματική κοινωνική συναναστροφή δεν είναι απλώς μια έξοδος για φαγητό, αλλά μια ανταλλαγή φωτός και ελπίδας ανάμεσα σε ανθρώπους που λατρεύουν τον ίδιο Θεό.
Τους ευχαριστούμε από καρδιάς για τις όμορφες ώρες που περάσαμε μαζί, το μεσημέρι της Τρίτης που μας πέρασε και κρατάμε την ανοιχτή πρόσκληση για τη Σουηδία ως μια υπόσχεση για μελλοντικές, εξίσου ευλογημένες στιγμές.
Η ομορφιά των «μικρών, μια ανάσα στο Παυσίλυπο

Υπάρχει μια ιδιαίτερη μαγεία στις στιγμές που ακολουθούν τη βροχή. Είναι η στιγμή που ο ήλιος ξεπροβάλλει δειλά, κάνοντας το πράσινο της γης να φαντάζει πιο έντονο, πιο αληθινό. Μέσα στην καρδιά του αστικού τοπίου, ο «μικρός πνεύμονας» της πόλης, το Παυσίλυπο, μεταμορφώνεται και μας καλεί. Σε έναν κόσμο που τρέχει με εξαντλητικούς ρυθμούς, συχνά προσπερνάμε την ομορφιά που βρίσκεται, ακριβώς δίπλα μας.

Όμως, η πραγματική πληρότητα κρύβεται στην ικανότητα να παρατηρείς: Τα μοβ και λευκά καλλωπιστικά φυτά που στολίζουν τα παρτέρια σαν φυσικά έργα τέχνης. Τους κατακόκκινους καρπούς των θάμνων που σπάνε τη μονοτονία του χειμώνα. Τον ανοιχτό ορίζοντα και τα παιχνιδίσματα των σύννεφων στον γαλανό ουρανό. Αυτές οι φωτογραφίες δεν είναι απλώς λήψεις ενός πάρκου· είναι μια υπενθύμιση.

Μια υπενθύμιση πως έχουμε ανάγκη να περπατήσουμε, να αναπνεύσουμε και να αφήσουμε για λίγο πίσω μας την πίεση της καθημερινότητας. Εμείς επιλέγουμε να προσέχουμε αυτά τα «μικρά». Τα κάνουμε μέρος της ζωής μας, τα εκτιμάμε και, μέσα από αυτά, παραμένουμε γεμάτοι και χαρούμενοι. Γιατί, τελικά, η ευτυχία είναι θέμα ματιάς.

«Επί Κολωνώ»: Καταφύγιο πολιτισμού στην Αθήνα

Σε μια γειτονιά που διατηρεί την αυθεντικότητά της, η μαύρη σιδερένια πύλη με το χαρακτηριστικό λογότυπο του Θεάτρου «Επί Κολωνώ» (Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94) ανοίγει έναν διαφορετικό κόσμο. Στεγασμένο σε ένα ιδιαίτερο κτίριο με πέτρινους τοίχους και μια εσωτερική αυλή-όαση, το «Επί Κολωνώ» δεν είναι απλώς ένας χώρος παραστάσεων, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός τέχνης.

Το κτίριο συνδυάζει τη βιομηχανική αισθητική με τη ζεστασιά ενός παλιού αθηναϊκού σπιτιού. Οι πέτρινοι τοίχοι, η δροσερή αυλή με τα δέντρα (ιδανική για ένα ποτό πριν ή μετά την παράσταση) και η αίσθηση της «γειτονιάς» δημιουργούν ένα οικείο περιβάλλον που σε αποσυνδέει αμέσως από τους έντονους ρυθμούς της πόλης. Οι αίθουσες του θεάτρου είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε ο θεατής να βρίσκεται σε άμεση επαφή με τους ηθοποιούς.

Αυτή η οικειότητα εκμηδενίζει την απόσταση ανάμεσα στο κοινό και το έργο, κάνοντας την εμπειρία βαθιά προσωπική και συγκινητική. Όπως φαίνεται και από τις φετινές αφίσες, το θέατρο φιλοξενεί σπουδαία έργα (όπως το «Linda» της Penelope Skinner ή το «Ασπρόμαυρο» του Cormac McCarthy) με καταξιωμένους καλλιτέχνες, αλλά και παραστάσεις για παιδιά, προσφέροντας ένα πολυδιάστατο πρόγραμμα.

Παρόλο που το «Επί Κολωνώ» έχει χτίσει τη φήμη του μέσα από ποιοτικές και συχνά τολμηρές παραγωγές, παραμένει ένας χώρος ανοιχτός και προσβάσιμος σε όλους. Προσφέρει παραστάσεις υψηλών απαιτήσεων και υποκριτικής δεινότητας. Η εμπειρία είναι τόσο ολοκληρωμένη (από το κτίριο μέχρι το μπαρ της αυλής), που μια βραδιά εκεί λειτουργεί ως μια υπέροχη έξοδος, ακόμη κι αν δεν παρακολουθεί κανείς συστηματικά θέατρο.
Η «καρδιά» της Αθήνας που δεν σταματά να χτυπά

Στην οδό Αθηνάς, εκεί που οι φωνές των εμπόρων μπερδεύονται με την ιστορία της πόλης, η Βαρβάκειος Κεντρική Αγορά παραμένει ο απόλυτος προορισμός για κάθε Αθηναίο – ειδικά τις μέρες των παραδοσιακών εθίμων. Η επίσκεψή μας χθες το πρωί στην ψαραγορά ήταν μια εμπειρία για όλες τις αισθήσεις. Το αδιαχώρητο! Παρά την κίνηση, η αλήθεια είναι μία: η ποικιλία παραμένει αξεπέραστη και οι τιμές, σε μια εποχή γενικευμένης ακρίβειας, αποτελούν το δυνατό της χαρτί.

Για να καταλάβει κανείς τη σημασία της, πρέπει να γυρίσει τον χρόνο πίσω, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η αγορά οφείλει το όνομά της στον εθνικό ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη, ο οποίος κληροδότησε το ποσό για την ανέγερσή της. Το εμβληματικό κτίριο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Παναγιώτη Κάλκο. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1878 και ολοκληρώθηκαν με καθυστέρηση το 1886, κυρίως λόγω μιας μεγάλης πυρκαγιάς που είχε μεσολαβήσει στην περιοχή το 1884.

Πρόκειται για ένα ορθογώνιο, στεγασμένο οικοδόμημα με γυάλινη οροφή και μεταλλικό σκελετό, που για την εποχή του θεωρήθηκε πρωτοποριακό. Αν και συχνά ακούγονται διάφορα για τη φασαρία ή την παλαιότητά της, η Βαρβάκειος έχει μια αυθεντικότητα που δεν θα βρεις σε κανένα σούπερ μάρκετ. Από τα τεράστια χταπόδια και τα ολόφρεσκα καλαμάρια μέχρι τις τσιπούρες και τα γαριδάκια, η ψαραγορά χθες ήταν ένας ζωντανός πίνακας ζωγραφικής.

Άγρια χόρτα, ότι καλύτερο γι’ αυτή την εποχή!

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να κάνει έναν Έλληνα να πάρει τα βουνά (κυριολεκτικά), αυτό δεν είναι άλλο από ένα μαχαίρι, μια σακούλα και η υπόσχεση για μια πλαγιά γεμάτη άγρια χόρτα. Στην ψηφιακή γειτονιά της ομάδας «ΑΓΡΙΑ ΧΟΡΤΑ ΘΑΜΝΟΙ ΚΑΙ ΛΟΥΛΟΎΔΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ», το κυνήγι της πράσινης θησαυροθήκης συνεχίζεται με αμείωτο ενθουσιασμό, αποδεικνύοντας πως η παράδοση καλά κρατεί. Η Ρία Δικαιουλάκου φαίνεται πως έχει την «πετριά» που μοιραζόμαστε πολλοί: τη λαχτάρα για το αυθεντικό ραδίκι. Με τη φετινή σοδειά να είναι πλούσια, η σκέψη της να «κατασκηνώσει στον Ταΰγετο» δεν ακούγεται καθόλου υπερβολική σε όποιον ξέρει τι σημαίνει η γλύκα του βουνού στο πιρούνι του.

Σε άλλη γωνιά, η Εύα Σουρίλα γιορτάζει μια «ευλογημένη μέρα» γεμάτη αλιβάρβαρα. Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Kyriakos Christodoulakos, αυτοί οι «βαρβαριώνοι» που αγαπούν τα πετρώδη μέρη, έχουν μια ιδιαιτερότητα: όταν βράζουν, η μυρωδιά τους είναι τόσο έντονη που… προδίδουν το μενού σε όλη τη γειτονιά! Είναι η μυρωδιά της ελληνικής υπαίθρου κλεισμένη σε μια κατσαρόλα. Τελικά, ίσως αυτό να είναι και το μυστικό: δεν είναι μόνο η γεύση. Είναι η ιεροτελεστία της συλλογής, η επαφή με τη γη και αυτή η αιώνια ελληνική ανάγκη να ονομάζουμε τον κόσμο γύρω μας με τα δικά μας λόγια.

Και βέβαια, η φωτογραφία της Ανδριάνας Παπαχρυσανθακοπούλου με το κόκκινο άγριο ραδίκι (ή μήπως ζωχό;) φέρνει στην επιφάνεια το πιο αγαπημένο μας σπορ: τη διαφωνία για την ονομασία. Ραδίκι σε έναν νομό. Ζωχός στον διπλανό. Πικραλίδα παραπέρα. Είναι να απορείς και να χαμογελάς με το πάθος των μελών της ομάδας. Οι διαφωνίες για το πώς λέγεται το κάθε χόρτο είναι εξίσου απολαυστικές με το ίδιο το φαγητό. Κάθε τόπος δίνει το δικό του όνομα, τη δική του ταυτότητα και τη δική του «αλήθεια» σε ένα φύλλο που φύτρωσε στην άκρη του δρόμου ή στην κορυφή ενός λόφου.























Δυστυχώς αυτή είναι η κατάντια του κράτους (όχι της Χώρας) και της τωρινής αδιάφορης τοπικής αυτοδιοίκησης!! Κρίμα....! Δεν υπάρχουν άνθρωποι…