Αρχική » Καθημερινότητα (Σελίδα 2)
Αρχείο κατηγορίας Καθημερινότητα
Μια βουκαμβίλια που νίκησε τον άνεμο…

Υπάρχουν φυτά που απλώς στολίζουν έναν χώρο, και υπάρχουν και εκείνα που διηγούνται μια ιστορία. Η βουκαμβίλια στο μπαλκόνι των παιδιών ανήκει σίγουρα στη δεύτερη κατηγορία. Σήμερα, τη βλέπουμε να «θεριεύει», να σκαρφαλώνει με αυτοπεποίθηση στο ξύλινο καφασωτό και να γεμίζει το βλέμμα μας με αυτό το εκρηκτικό κόκκινο χρώμα. Όμως, η διαδρομή της μέχρι εδώ δεν ήταν πάντα ανθισμένη. Όπως κάθε τι πολύτιμο, έτσι και αυτή πέρασε από τις δικές της συμπληγάδες. Υπήρξαν στιγμές που η επιβίωσή της έμοιαζε με στοίχημα. Λίγα φύλλα, αδύναμα κλαδιά και η αίσθηση ότι ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος της.

Ήταν η φάση της δοκιμασίας, εκεί που η φύση μετράει τις αντοχές της. Δύο ήταν οι πρωταγωνιστές που άλλαξαν τη μοίρα της: Ο ήλιος της Αττικής, που αν και σκληρός μερικές φορές, έγινε η πηγή της ζωής της. Η απόφαση να την προστατέψουμε από τον αέρα. Ο άνεμος, που άλλοτε την τσάκιζε, σταμάτησε να είναι απειλή. Βρήκε το «απάνεμο» λιμάνι της και ένιωσε την ασφάλεια που χρειαζόταν για να ριζώσει βαθιά. Η βουκαμβίλια μας δίδαξε πως όταν έχεις τις σωστές βάσεις και την κατάλληλη προστασία, ακόμα και το πιο αδύναμο ξεκίνημα μπορεί να καταλήξει σε έναν θρίαμβο χρωμάτων.”
Συνύπαρξη με τα περιστέρια της πλ. Αττικής

Στην καρδιά της Αθήνας, εκεί που η βουή της πόλης και η κίνηση των αυτοκινήτων μοιάζουν να μην σταματούν ποτέ, υπάρχει μια γωνιά που ο χρόνος δείχνει να κυλά με διαφορετικούς ρυθμούς. Η Πλατεία Αττικής, με το σιντριβάνι της και τα ψηλά της δέντρα, αποτελεί ένα καταφύγιο – όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για τους πιο πιστούς της θαμώνες: τα περιστέρια. Αν σταθείς για λίγα λεπτά στην πλατεία, θα τα δεις παντού. Στοιχισμένα πάνω στα πράσινα μεταλλικά κάγκελα, σαν να περιμένουν υπομονετικά το επόμενο “ραντεβού” τους, ή να περπατούν νωχελικά ανάμεσα στα παγκάκια.

Αυτό που κάνει τα περιστέρια της Πλατείας Αττικής να ξεχωρίζουν είναι η απίστευτη εξοικείωσή τους με τον άνθρωπο. Δεν τρομάζουν, δεν απομακρύνονται βιαστικά. Αντίθετα, κυκλοφορούν ανάμεσα στους περαστικούς με μια αυτοπεποίθηση που μαρτυρά πως αυτός ο χώρος τούς ανήκει όσο και σε εμάς. Η σχέση των κατοίκων με τα πουλιά είναι σχεδόν τελετουργική. Οι ηλικιωμένοι συχνά κάθονται στα παγκάκια και μοιράζονται το ψωμί τους.

Τα παιδιά τρέχουν ενθουσιασμένα ανάμεσά τους, προσπαθώντας να κερδίσουν την προσοχή τους με λίγους σπόρους. Οι βιαστικοί περαστικοί θα κοντοσταθούν για μια στιγμή, βλέποντας αυτή την εικόνα αρμονίας, και θα χαμογελάσουν. Είναι μια σιωπηλή συμφωνία: οι άνθρωποι προσφέρουν τροφή και τα περιστέρια προσφέρουν τη συντροφιά τους, ζωντανεύοντας το γκρίζο του τσιμέντου με το φτερούγισμά τους.

Μια «Στάνη» στην… Ομόνοια! Το φαντάζεστε;

Στην καρδιά της Αθήνας, στον πεζόδρομο της Κοτοπούλη, κοντά στην πολύβουη Ομόνοια, υπάρχει ένα ζαχαροπλαστείο που μετράει σχεδόν έναν αιώνα ζωής: η “Στάνη”. Από το 1931, όπως μαρτυρά και η φωτεινή επιγραφή, αυτό το ιστορικό μαγαζί έχει γίνει συνώνυμο της αυθεντικής, παραδοσιακής αθηναϊκής γεύσης, μεταφέροντας τους επισκέπτες σε μια εποχή όπου η ποιότητα ήταν ο μοναδικός κανόνας. Η “Στάνη” δεν είναι απλώς ένα ζαχαροπλαστείο, είναι ένα «μαντείο» των γαλακτοκομικών γεύσεων.

Η φήμη της στηρίζεται στα αγνά υλικά και στις συνταγές που έχουν μείνει αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου. Το γιαούρτι είναι αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής. Παραδοσιακό, παχύ, με την χαρακτηριστική του πέτσα, που σερβίρεται συχνά με μέλι. Η κρέμα και το ρυζόγαλο είναι βελούδινα, με πλούσια γεύση γάλακτος, είναι η επιτομή του κλασικού, σπιτικού γλυκού που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Στις βιτρίνες βρίσκουμε παραδοσιακά γλυκίσματα όπως μελομακάρονα, κουραμπιέδες και δίπλες (ανάλογα την εποχή), καθώς και λαχταριστά κομμάτια πάστας και τουρτών, όλα φτιαγμένα με την ίδια προσήλωση στην παράδοση.
Το «Φανάρι του Διογένη» στην όμορφη Πλάκα

Το μνημείο αυτό βρίσκεται στην ιστορική συνοικία της Πλάκας στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στην Πλατεία Λυσικράτους (Οδός Επιμενίδου 3). Επί της αρχαίας Οδού Τριπόδων, η οποία οδηγούσε από την Αγορά στο Θέατρο του Διονύσου και ήταν κάποτε γεμάτη από παρόμοια χορηγικά μνημεία. Η κατασκευή που απεικονίζεται στην φωτογραφία είναι το Χορηγικό Μνημείο του Λυσικράτους (γνωστό και ως «Φανάρι του Διογένη»). Το Μνημείο Λυσικράτους είναι το μοναδικό πλήρως σωζόμενο χορηγικό μνημείο της αρχαιότητας. Κτίστηκε το 335/334 π.Χ. από τον πλούσιο Αθηναίο πολίτη Λυσικράτη για να τιμήσει τη νίκη της χορωδίας που είχε χρηματοδοτήσει (χορηγός) στους δραματικούς αγώνες των Διονυσίων. Το βραβείο της νίκης, ένας χάλκινος τρίποδας, ήταν αρχικά τοποθετημένος στην κορυφή του μνημείου.

Ήταν ένα ήσυχο μεσημέρι του Δεκεμβρίου στην Πλάκα. Ο αέρας ήταν δροσερός, κουβαλώντας τις μυρωδιές από τα ψητά και τα μπαχαρικά της γειτονιάς, μα η διάθεση μας ήταν όμορφη. Είχε μόλις τελειώσει μια πολύωρη βόλτα στα σοκάκια, θαυμάζοντας τα νεοκλασικά και τις ανθισμένες βουκαμβίλιες που ακόμη κρατούν. Το κατάστημα La Pasteria da Vinci στη βιτρίνα του πααρουσίαζε τα χειροποίητα γλυκά και τις σοκολάτες που έλαμπαν κάτω από το απαλό φως. Ο μαυροπίνακας δίπλα στην είσοδο τράβηξε την προσοχή μας. Εκεί, κάτω από την ένδειξη “PLAKA”, μια μεγάλη λίστα με πόλεις και περιοχές απλωνόταν: ΕΡΜΟΥ, ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ, ΚΗΦΙΣΙΑ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ακόμη και ΠΑΡΙΣΙ, ΒΕΡΣΑΛΛΙΕΣ. Προφανώς κι εδώ αυτή η φίρμα είχε μαγαζιά…
Ένα «παλάτι» γνώσης στην καρδιά της Αθήνας

Περπατώντας στην πολυσύχναστη πλατεία Μοναστηρακίου, ανάμεσα στη βουή της σύγχρονης πόλης και τους ήχους της αγοράς, το βλέμμα «σκοντάφτει» ξαφνικά σε κάτι μεγαλειώδες. Έναν επιβλητικό τοίχο και μια σειρά από κίονες που στέκονται εκεί σχεδόν δύο χιλιετίες, μάρτυρες μιας εποχής που η Αθήνα ήταν το πνευματικό κέντρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στο βάθος βρίσκονταν οι αίθουσες που φύλασσαν χιλιάδες παπύρους (“βιβλία”), ενώ υπήρχαν αμφιθέατρα για διαλέξεις και αίθουσες ανάγνωσης. Η οροφή ήταν επιχρυσωμένη και οι τοίχοι διακοσμημένοι με πίνακες και αγάλματα.

Καλωσήρθατε στη Βιβλιοθήκη του Αδριανού. Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει είναι το ύψος και η κομψότητα των κιόνων κορινθιακού ρυθμού. Αυτό δεν ήταν ένα απλό κτίριο· ήταν το μεγάλο δώρο του αυτοκράτορα Αδριανού (του μεγαλύτερου ίσως λάτρη του ελληνικού πολιτισμού) προς την πόλη της Αθήνας, γύρω στο 132 μ.Χ. Ο Αδριανός δεν ήθελε απλώς να φτιάξει μια αποθήκη βιβλίων. Ήθελε να δημιουργήσει έναν πολυχώρο πολιτισμού, ένα «Πανεπιστήμιο» της εποχής.

Εδώ βλέπουμε το δυτικό πρόπυλο, την επίσημη είσοδο. Αν μπορούσαμε να ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο και να περάσουμε ανάμεσα από αυτούς τους κίονες που βλέπετε στις εικόνες, θα αντικρίζαμε ένα θέαμα απαράμιλλης πολυτέλειας: Μια τεράστια ορθογώνια αυλή, μήκους 122 μέτρων, περιτριγυρισμένη από 100 κίονες φτιαγμένους από φρυγικό μάρμαρο (με τις χαρακτηριστικές μοβ φλέβες). Στο κέντρο υπήρχε ένας εντυπωσιακός κήπος με μια μακρόστενη δεξαμενή νερού, προσφέροντας δροσιά και ηρεμία για μελέτη.

Κάτω από τις γκλεντίτσιες της πλ. Συντάγματος

Ο μεσημεριανός ήλιος έλουζε την κάτω πλατεία Συντάγματος με ένα χρυσό φως, ζωγραφίζοντας σκιές που χόρευαν στο πλακόστρωτο. Ο θόρυβος της πόλης, ένα μείγμα από κόρνες, συζητήσεις και το βουητό των τουριστών, έφτανε εδώ κάτω σαν ένας μακρινός ψίθυρος, ελαφρώς σβησμένος από το φύλλωμα των δέντρων. Στο επίκεντρο αυτής της μικρής αστικής όασης στέκονταν αγέρωχες οι γκλεντίτσιες (Gleditsia triacanthos). Ήταν αυτές που τράβηξαν το βλέμμα μου χθες το μεσημέρι. Με τα σύνθετα, πτερωτά φύλλα τους, που τώρα άρχιζαν να παίρνουν τις χρυσαφένιες αποχρώσεις του φθινοπώρου, δημιουργούσαν έναν θόλο από πράσινο και κίτρινο.

Αλλά το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό τους ήταν οι τεράστιοι, σκούροι καφέ λοβοί που κρέμονταν βαριά από τα κλαδιά, λες και ήταν κάποιοι αρχαίοι καρποί ενός μαγικού δέντρου. Έμοιαζαν με υπερμεγέθη χαρούπια, ένα θέαμα που δύσκολα το συναντάς στο κέντρο μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Κάτω από τη σκιά τους, ο ρυθμός της πόλης έδειχνε να επιβραδύνεται. Στα πεζούλια, φοιτητές με ανοιχτά βιβλία, ηλικιωμένοι με εφημερίδες και τουρίστες με χάρτες μοιράζονταν τον ίδιο χώρο, ο καθένας απορροφημένος στη δική του μικρή στιγμή.

Ένα ζευγάρι φιλιόταν κρυφά πίσω από έναν θάμνο, ενώ ένα παιδί προσπαθούσε να πιάσει ένα περιστέρι που πετούσε δίπλα σε μια βρύση. Κάθε φύλλο που έπεφτε απαλά στο έδαφος, κάθε λοβός που κουνιόταν στον ελαφρύ αέρα, έμοιαζε να αφηγείται μια ιστορία. Οι γκλεντίτσιες, σιωπηλοί μάρτυρες, είχαν δει αμέτρητα πρόσωπα, άκουσαν χιλιάδες συζητήσεις, έζησαν δεκαετίες αλλαγών. Χθες, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού, συνέχιζαν να προσφέρουν τη σκιά τους, ένα καταφύγιο γαλήνης στην καρδιά του αστικού χάους.

Η πράσινη ψυχή της πολυκατοικίας από τον 3ο

Από δω ψηλά, τον τρίτο όροφο, η πόλη αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Δεν βλέπω τη βουή του πεζοδρομίου, ούτε την ατελείωτη ροή των αυτοκινήτων. Η θέα μου είναι στραμμένη προς τα μέσα, προς την καρδιά της πολυκατοικίας: τον ακάλυπτο. Και αυτός ο ακάλυπτος δεν είναι μια τσιμεντένια, ξεχασμένη γωνιά. Είναι μια πράσινη επανάσταση. Οι άνθρωποι εδώ δεν χρησιμοποίησαν τον ακάλυπτο ως αποθήκη ή χώρο στάθμευσης. Τον μετέτρεψαν σε ανάσα.

Εδώ η ματιά πέφτει πάνω στην έντονη αντίθεση. Δεξιά κι αριστερά, ορθώνονται οι αυστηρές, μπεζ και λευκές προσόψεις των διαμερισμάτων. Οι σειρές από μπαλκόνια, οι τέντες, τα κάγκελα, τα απλωμένα ρούχα—όλα μαρτυρούν την πυκνή ανθρώπινη ζωή. Είναι η «σκληρή» αρχιτεκτονική του αστικού τοπίου. Και στη μέση; Ένα τεράστιο, πυκνό πεύκο, που σφύζει από ζωή.

Ο πράσινος κορμός του ανεβαίνει δυναμικά προς τον ουρανό, σχεδόν αγγίζοντας τα μπαλκόνια μας. Είναι σαν η φύση να διεκδικεί τον χώρο της, σαν ένα αναπάντεχο δώρο μέσα στη στενότητα. Πιο κάτω, στην πλήρη εικόνα του κήπου αποκαλύπτεται το πραγματικό θαύμα:Το πεύκο είναι τόσο επιβλητικό που «χάνεται» μέσα του το κτίριο. Η σκιά του, ο ήχος των πευκοβελόνων, όλα συνθέτουν ένα μικρό αστικό δάσος.
























Δυστυχώς αυτή είναι η κατάντια του κράτους (όχι της Χώρας) και της τωρινής αδιάφορης τοπικής αυτοδιοίκησης!! Κρίμα....! Δεν υπάρχουν άνθρωποι…