Όμορφες και σκληρές μνήμες ξύπνησαν μέσα μου, αυτές οι φωτογραφίες με τον πατέρα μου!

o.pateras.mu
Τις είδα ανεβασμένες στο Facebook από τον δραστήριο Πολιτιστικό Σύλλογο του χωριού μου, Θραψανού. Φωτογραφίες τραβηγμένες τη δεκαετία του 80, οι έγχρωμες... Ο πατέρας μου, Λευτέρης Θεοδωράκης του Κουμαλή, "σέρνει" τη στομωσά ως μάστορας στον αγγειοπλαστικό συνεταιρισμό "Μίνωας". Το θυμάμαι αυτό το εγχείρημα. Και είναι ενθαρρυντικό ότι, παρά τα όσα πέρασε, υπάρχει και λειτουργεί, ακόμα στο χωριό.

bambas
Εδώ, ο πατέρας μου πιο νέος, τότε σίγουρα δεν υπήρχαν χρωματιστές φωτογραφίες. Είναι με συγγενείς και φίλους σε ένα τραπέζι για τον πολιτευτή της Ενώσεως Κέντρου, δικηγόρο Γ. Α. Μαγκάκη... Εκείνη την εποχή, εγώ ήμουν πολύ μικρός και δεν καταλάβαινα, γιατί έπρεπε στο πρόσωπο μου να τιμωρηθεί η όποια πολιτική δράση του πατέρα μου... Μισόν αιώνα μετά, ακόμα δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό.

o.pateras.mu1
Τα πιθάρια όμως ήταν η ζωή του... Έφτιαξε ο ίδιος, εκατοντάδες σε όλη την την Κρήτη στις βεντέμες που πήγαινε από τον Μάη ώς τον Οκτώβρη, κάθε χρόνο. Και εκπαίδευσε τον αδελφό μου Κωστή, να τον ακολουθήσει μετά το θάνατο του ή λίγο νωρίτερα, όταν πια ο ίδιος είχε αποσυρθεί, φτιάχνοντας το δικό του καμίνι στο Λιγαρά και κρατώντας το σε λειτουργία μέχρι που μπορούσε. Ενέπνευσε ακόμα τον εγγονό του, Μανώλη Βολυράκη και τον γιο του, Αγησίλαο να συνεχίσουν και σήμερα την τέχνη του αγγειοπλάστη... δεν ξεχνιέται εύκολα αυτός ο άνθρωπος!

The News

Καλοπροαίρετοι άνθρωποι μιλούν για όσα είδαν και άκουσαν με τόλμη και δύναμη... Δείτε πώς

ntinos hristianopoylos
Έπρεπε να φύγει από τη ζωή ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος κατά κόσμο, Κωνσταντίνος Δημητριάδης, για να μάθουμε γι' αυτόν πολλά πράγματα κι ανάμεσα τους, να διαβάσουμε ένα φοβερό πεζό διήγημα, το οποίο ο ΘΡΑΨΑΝΙΩΤΗΣ αναδημοσιεύει ολόκληρο, δεδομένο ότι χρειάζονταν πολύ μεγάλη τόλμη τη δεκαετία του '60 στην Ελλάδα, να μιλάς και να γράφεις για την αλήθεια...

Ποιος ήταν ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη); Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (το πραγματικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Δημητριάδης) υπήρξε εκτός από ποιητής διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, γιος προσφύγων από την Ανατολική Θράκη και είχε σπουδάσει Κλασικές Σπουδών στο ΑΠΘ. Είχε εργαστεί ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης από το 1958 έως το 1965 και στη συνέχεια ως επιμελητής εκδόσεων.

Το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε υπό τη διεύθυνσή του το περιοδικό Διαγώνιος, που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις και τον εκδοτικό οίκο Εκδόσεις Διαγωνίου. Εκείνη την περίοδο αναπτύχθηκε ο λεγόμενος «κύκλος των λογοτεχνών της Διαγωνίου».

Το προσωπικό ποιητικό του ύφος διακρινόταν και από τις επιρροές που είχε από τον Κ.Π.Καβάφη και τον Τ. Σ. Έλιοτ, ειδικά στην πρώτη ποιητική συλλογή του, «Εποχή των ισχνών αγελάδων», 1950.

Στα επόμενα έργα του, ξεκαθαρίζει το κυρίαρχο θέμα της ποίησής του: η εφήμερη ομοφυλοφιλική σχέση και το ερωτικό πάθος που οδηγεί στην ταπείνωση και στη μοναξιά, αλλά σταδιακά τα έργα του αποκτούν και κοινωνική οπτική.

Κυνηγήθηκε πολύ από το κοινωνικό κατεστημένο της εποχής όπως, για παράδειγμα, όταν κόντεψε να συλληφθεί από τη χούντα λόγω της άρνησης του να παραλάβει σχετικό βραβείο για ένα πεζό του έργο τον «Χιλιαστή».

Δεν είναι λίγες οι φορές που για τα γραφτά του ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δέχτηκε επιθέσεις και διώξεις. Μια από αυτές αφορούσε το διήγημα που φιλοξενεί σήμερα η στήλη. Ο ίδιος διηγείται χαρακτηριστικά: «Επί χούντας κινδύνευσα να συλληφθώ τέσσερις φορές. Είχα γράψει τον «Χιλιαστή», ένα διήγημα όπου περιγράφω πώς ένας χιλιαστής έπαθε του κόσμου τα βασανιστήρια στο στρατό, μόνο και μόνο επειδή αρνήθηκε να πάρει όπλο. Ε λοιπόν, αυτό το αθώο διήγημα δε μ’ άφησε να κάτσω σε χλωρό κλαρί. Το πώς γλίτωσα, μόνο εγώ το ξέρω. Αλλά όχι να παραστήσω και τον ήρωα, επειδή κινδύνευσα να συλληφθώ για τα εκληφθέντα ως αντιστασιακά γραπτά μου!».

«Ο χιλιαστής» περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Η κάτω βόλτα» (Εκδόσεις Διαγώνιου, Θεσσαλονίκη 1963).

Το 2011 τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του, αλλά αρνήθηκε να το παραλάβει παραπέμποντας στο κείμενό του «Εναντίον» από το 1979 όπου αναφέρει χαρακτηριστικά: «Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης απ' όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο "ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων", που μας άφησαν οι αρχαίοι».

Τον Ιούνιο του 2011 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τμήμα Φιλολογίας.
ntinos hristianopoulos1
Ο χιλιαστής
του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Το πρώτο βράδυ ο θάλαμος είχε γεμίσει φίσκα και δεν έφταναν τα κρεβάτια. Ήταν πολλοί που δεν είχαν ντυθεί ακόμα και περίμεναν να περάσουν την άλλη μέρα απ’ τους γιατρούς. Οι διάδρομοι είχαν γεμίσει απλωμένες κουβέρτες κι έβλεπες ανακατωμένα κεφάλια και πόδια. Βρωμούσε ποδαρίλα και ρούχα κλιβανισμένα.

Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα και βρήκα μια γωνιά κοντά στο ακριανό παράθυρο. Δίπλα μου, σχεδόν αγκαλιαστά, είχε πλαγιάσει ένα παιδί, ξανθό και γαλανομάτικο, με μια όψη αγγελική, γεμάτη αγνότητα και γαλήνη. Σκέφτηκα πως θα ήταν ίσως του κατηχητικού μα ήμουν τόσο ψόφιος για ύπνο, που δεν είχα κουράγιο να τον ρωτήσω.

Την άλλη μέρα τον ξαναείδα στο μεσημεριανό συσσίτιο. Πρόσεξα πως ήταν πολύ πιο όμορφος και γλυκός απ’ ό,τι μου είχε φανεί την πρώτη φορά κι ότι εξακολουθούσε να ’χει στο πρόσωπο μια έκφραση γαλήνης, με κάτι το απόκοσμο στο βλέμμα, σαν να μην καταλάβαινε τι γινόταν γύρω του. «Από πού είσαι, συνάδελφε;» τον ρώτησα. «Από το Αγρίνιο». «Είσαι του κατηχητικού;» Αμέσως κοκκίνησε και κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Είχα κάνει πολύ άσκημα που τον ρώτησα.

Την τρίτη μέρα παραξενεύτηκα που δεν τον είδα καθόλου. Μας είχαν δώσει όπλα και τα καθαρίζαμε. Γύρισα όλους τους θαλάμους, τους διαδρόμους, τις σκάλες, πήγα στα αποχωρητήρια, ακόμα και στο αναρρωτήριο, μα δεν τον βρήκα πουθενά. Το απόγευμα, εκεί που ο δεκανέας μάς έκανε το πρώτο μάθημα για το όπλο, ήρθε ο υπολοχαγός να μας μιλήσει. Ήταν ένας αντιπαθητικός τύπος, Αρβανίτης από την Αργολίδα, φημισμένος για τη σκληράδα του στο καψόνι. «Δε μου λες, εσύ», ρώτησε έναν κι αμέσως ο νεοσύλλεκτος σηκώθηκε όρθιος, «τι θα κάνεις άμα έρθει ένας Βούλγαρος και σου κανονίσει την αδερφή; Θα κάτσεις και θα τον βλέπεις;» Ο νεοσύλλεκτος τα ’χασε για μια στιγμή αλλά σε λίγο απάντησε: «Όχι, κυρ λοχαγέ, θα του ρίξω αμέσως». Ο αστεράκιας ευχαριστήθηκε πολύ που ο φαντάρος τον είχε προβιβάσει και άρχισε το πατριωτικό του κήρυγμα με πολύ σεμνή γλώσσα: «Χαίρομαι που καταλάβατε γιατί σας δώσαμε τα όπλα. Για να σκοτώνετε. Να σκοτώνετε τους εχθρούς της πατρίδος και όποιον σάς πειράξει την αδελφή. Δε φαντάζομαι να είναι κανείς που να μην πήρε ακόμα όπλο». Κανείς δεν απάντησε. Ο υπολοχαγός έξυσε τα σκέλια του και συνέχισε: «Κι όμως, είναι ένας από τον λόχο μας, ένα σκουλήκι, ένα κάθαρμα, ένας χιλιαστής, που αρνήθηκε να πάρει όπλο». Αμέσως έγινε σούσουρο κι όλοι αρχίσαμε να κοιταζόμαστε μεταξύ μας με μεγάλη προθυμία ν’ ανακαλύψουμε το θύμα. Μ’ έπιασε μεγάλη περιέργεια, ξαφνικά όμως φωτίστηκα: Αυτός θα ήταν, το ωραίο ξανθό παιδί που έλειπε από το πρωί. «Και τώρα τι θα τον κάνετε, κυρ-λοχαγέ;» ρώτησε από πίσω μια μάρκα. Ο υπολοχαγός άναψε τσιγάρο κι έκανε επίδειξη ισχύος: «Θα τον σπάσουμε στο ξύλο κι άμα δε βάλει μυαλό – στρατοδικείο».

Τις άλλες μέρες δεν έλεγε να βγει από τον νου μου η εικόνα του ξανθού συνάδελφου, που, παρ’ όλη τη συστολή του, είχε την τόλμη να τα βάλει με όλους αυτούς. Σκεφτόμουν πως θα είχε πολύ μεγάλη πίστη -την πίστη που δίνουν στους οπαδούς τους μονάχα οι μικρές και κατατρεγμένες θρησκευτικές κοινότητες- κι ας πίστευε σε μια αίρεση που τη θεωρούσα σαχλή. Θυμόμουν που μας έλεγαν από μικρούς ότι οι χιλιαστές ήταν όργανα του διεθνούς σιωνισμού και πληρώνονταν για να φέρνουν σύγχυση μεταξύ των χριστιανών. Κι όμως, ο ξανθός αυτός νεοσύλλεκτος είχε τολμήσει κάτι που κανείς πληρωμένος δε θα το ’κανε.

Το πράγμα σχολιάστηκε πολύ σε όλο το στρατόπεδο. Οι περισσότεροι ούτε καν ήξεραν τι ήταν ο χιλιασμός και ρωτούσαν να μάθουν. Άλλοι κακοτύχιζαν τον φουκαρά που θα ’τρωγε τα νιάτα του για μια βλακεία. Όλοι είχαν μάθει πως θα περνούσε στρατοδικείο κι ότι τα ισόβια τα είχε σίγουρα, ενώ αν είχαμε πόλεμο, δεν θα γλύτωνε το ντουφέκι. Κατά βάθος όλοι τον θαύμαζαν. Ήταν ήρωας. «Να, εκεί μέσα είναι», μου είπε μια μέρα ένας συνάδελφος και μου ’δειξε το απομονωτήριο. Ήταν πίσω από τη λέσχη υπαξιωματικών: ένα μικροσκοπικό κτιριάκι, ούτε δυο τετραγωνικά, χωρίς ταβάνι και παράθυρα, μονάχα με μια πόρτα κλειστή. «Γιατί δεν έχει σκεπή;» ρώτησα με σφιγμένη καρδιά. «Εδώ βάζουν τους πολύ επικίνδυνους και τους κάνουν βασανιστήρια. Κάθε μέρα που εμείς λείπουμε στις ασκήσεις, μπαίνει μέσα ένας αλφαμίτης και τον σπάνει στο ξύλο. Μετά, του δίνουν να φάει παστές σαρδέλες χωρίς νερό, για να λυσσιάξει από τη δίψα. Άμα κάνει παγωνιά ή βρέχει, δεν μπορεί να κρυφτεί πουθενά κι είναι αναγκασμένος να φάει όλη τη μπόρα ή να πουντιάσει». Έμεινα άναυδος. «Τι λες! Και αντέχει;» «Αντέχει, λέει! “Όσα δόντια και να μου σπάσετε”, τους είπε όταν του ξήλωσαν τη μασέλα, “εγώ δεν αλλάζω μυαλό”!»

Δεν ήταν απλώς το θέμα της ημέρας· ήταν κάτι παραπάνω: η κρυφή μας παρηγοριά όταν η ζωή μάς φαίνονταν αβάσταχτη απ’ τα πολλά καψόνια και τις καμπάνες. Κανείς δεν παραπονιούνταν όταν τον έβαζαν να πλύνει την καλλιόπη ή τα καζάνια- σκέφτονταν τον χιλιαστή, που τον είχαν κλείσει μια ολόκληρη μέρα σ’ ένα βαρέλι πετρέλαιο, και το βούλωνε. Μια φορά που βραχήκαμε λίγο στις ασκήσεις, κανείς δεν είπε κιχ- κόβω το κεφάλι μου πως όλοι σκεφτόμασταν τον χιλιαστή, που ως τότε είχε φάει τρεις γερές μπόρες.

Μια μέρα με φώναξε ο δεκανέας υπηρεσίας και με ρώτησε αν ήθελα να πηγαίνω στον χιλιαστή το μεσημεριανό φαγητό του. Δέχτηκα με μεγάλη συγκίνηση. «Ποιος του το πήγαινε ως τώρα;» «Τον είχαν νηστικό μια ολόκληρη εβδομάδα. Σήμερα είναι η πρώτη φορά». Ανατρίχιασα. «Πρόσεξε όμως», μου είπε το δεκανάκι, «το καλό που σου θέλω, όχι πολλά λόγια μαζί του, ούτε να του δώσεις τίποτε άλλο, γιατί, να το ξέρεις, θα σε παρακολουθεί ένας αλφαμίτης». Πήρα την καραβάνα κι έτρεξα στο απομονωτήριο. Την έβαλα κάτω από το άνοιγμα της πόρτας κι άκουσα ένα «συνάδελφε, σ’ ευχαριστώ». «Κουράγιο, συνάδελφε», του είπα απέξω, «Εγώ θα σου φέρνω κάθε μέρα το φαΐ».

Τις άλλες μέρες εξακολούθησα να του πηγαίνω το φαγητό του και μαζί καμιά σοκολάτα ή τίποτα μπισκότα. Είχα ξεθαρρευτεί και κουβέντιαζα μαζί του έξω απ’ την πόρτα για δυο τρία λεπτά. Την πέμπτη μέρα, εκεί που του ’δινα μερικά κουλουράκια που μου είχαν στείλει από το σπίτι, άκουσα πίσω μου ξαφνικά μια αγριοφωνάρα: «Το πουλάκι μου! Κουλουράκια μού τον ταΐζεις, ε;» Ήταν ο άγριος αλφαμίτης. «Θα σ’ τα σπάσω εγώ τα χεράκια», συνέχισε με κακία, θαρρείς και τον είχα βλάψει προσωπικά. Το αποτέλεσμα ήταν να μ’ αντικαταστήσουν μ’ ένα τσανάκι.

Μετά το βάπτισμα πυράς γνωρίστηκα με τον θεολόγο του Κέντρου. Ο θεολόγος αυτός, παρόλο που έκανε πολύ κρύες ομιλίες, φαίνονταν αρκετά ενδιαφέρων άνθρωπος και μάλιστα χωρίς πολλές θρησκευτικές προκαταλήψεις. Απ’ τις πρώτες μας κουβέντες με ρώτησε και για τον χιλιαστή. «Τον θαυμάζω», του απάντησα, «κι απορώ πού βρίσκει τόση πίστη και αντέχει στα βασανιστήρια». «Άσ’ τα, άσ’ τα, αυτός ο χιλιαστής μ’ έχει κάνει να μην ξέρω τι να πω. Τον θαυμάζω κι εγώ κι αισθάνομαι πολύ κατώτερός του, αλλά πού να τολμήσεις να πεις τέτοιο πράμα!» Σταμάτησε μια στιγμή κι ύστερα συνέχισε με ύφος εμπιστευτικό: «Μα το χειρότερο είναι που με φώναξε ο διοικητής και μου ζήτησε να πάω να του κάνω διαφώτιση και να προσπαθήσω με κάθε τρόπο να του αλλάξω τα μυαλά». «Και πήγες;» «Τι να ’κανα; Πήγα. Μόλις μπήκα μέσα, τι να δω! Τον είχαν σακατέψει στο ξύλο. Τα δόντια του σπασμένα, το κορμί του μελανιασμένο. Εκεί μέσα ενεργούνταν και ουρούσε, και δεν είχε ούτε μια καρέκλα να καθίσω. Πίσω απ’ την πόρτα στέκονταν ο αλφαμίτης και μας άκουγε». «Και τι του είπες;» «Με κοίταξε πονεμένα και με ρώτησε: “Εσύ, συνάδελφε, ποιος είσαι και τι θέλεις από μένα;” Του είπα: “Άκουσε, συνάδελφε, εγώ είμαι ο θεολόγος του Κέντρου και με έστειλε ο διοικητής να σου κάνω διαφώτιση, γιατί, λέει, είναι κρίμα να πας στρατοδικείο”. Αμέσως σφίχτηκε στον εαυτό του και μου είπε: “Να χαρείς, συνάδελφε, μη με βασανίζεις και σύ”. Ταράχτηκα. Σκέφτηκα τι αισχρό που ήταν να θέλουν να πετύχουν με τη θρησκεία ό,τι δεν πέτυχαν με τη ζωστήρα. Του είπα: “Άκουσε, συνάδελφε, σε θαυμάζω για την πίστη σου και νιώθω πως δεν μπορώ να σε φτάσω ούτε στο μικρό σου δαχτυλάκι. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι που δεν αξίζει, κατά τη γνώμη μου, να θυσιάζεσαι για μια τέτοια αίρεση”. Με κοίταξε μ’ ένα πικρόχολο αίσθημα ευγνωμοσύνης και μου είπε: “Δεν πειράζει, συνάδελφε, πάντως σ’ ευχαριστώ. Μονάχα σε παρακαλώ, πες τους πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξω και να μη με βασανίζουν”». «Και μετά τι έγινε;» ρώτησα ανυπόμονα. «Μετά, με φώναξε ο διοικητής και μου λέει: “Έλα δω, εσύ, που λες τα παχιά λόγια στην εκκλησία. Εγώ σ’ έστειλα να του κάνεις διαφώτιση κι εσύ άρχισες να τον παινεύεις; Τι καμώματα είν’ αυτά; Πάλι καλά που δεν έγινες και συ χιλιαστής”. Καταλαβαίνεις, με είχε καρφώσει ο αλφαμίτης».

Την Κυριακή, μετά την εκκλησία, ο παπάς απ’ την Κόρινθο, που έρχονταν και μας λειτουργούσε, μας είπε εμπιστευτικά πως ο διοικητής τού είχε ζητήσει να μείνει λίγο παραπάνω για να δει κάποιον αιρετικό. «Φοβούμαι, πάτερ, πως δεν θα καταφέρετε τίποτε», του είπε με σκεπτικισμό ο θεολόγος. Σε λίγο έφεραν τον χιλιαστή κι έτσι μπόρεσα να τον δω ύστερα από τόσον καιρό. Είχε αδυνατίσει, τα μάτια του όμως εξακολουθούσαν να φέγγουν την ίδια γαλήνη. Κλείστηκε με τον παπά στο καμαράκι του ιερού και σε ένα τέταρτο βγήκαν. Ο παπάς ήταν καταγαναχτισμένος: «Σκεφτείτε, είχε το θράσος να με ελέγξει που ευλογώ, λέει, τα όπλα τους, ενώ ο Χριστός μάς είπε “Αγαπάτε τους εχθρούς υμών!».

Τρεις μέρες αργότερα ο θεολόγος μπήκε ταραγμένος στο γραφείο. «Άσ’ τα», μου είπε, «το ζήτημα του χιλιοστή παίρνει διαστάσεις. Τον στέλνουν τώρα στον δεσπότη, και θα πρέπει να τον συνοδέψω κι εγώ μαζί με τον αλφαμίτη!» Έμεινα εμβρόντητος. «Τι λες! Πώς τέτοιο ενδιαφέρον ο δεσπότης;» «Είναι δουλειά του διοικητή. Ήθελε, λέει, να εξαντλήσει όλα τα μέσα για να τον σώσει. Ύστερα από τον δεσπότη τον περιμένει στρατοδικείο».

Τον περίμενα με αγωνία. «Ήταν κάτι τρομερό», μου είπε όταν γύρισαν. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο υπέφερα. Είχα και τον αλφαμίτη δίπλα μου και δεν μπορούσα να του πω κουβέντα. Κι όμως ένιωθα τόσο πολύ την ανάγκη να του δώσω λίγο θάρρος. Ο μητροπολίτης μάς δέχτηκε όλους μαζί. “Δε μου λες, παιδάκι μου”, του είπε, “γιατί αρνείσαι να λάβεις το όπλον που σου δίδει η πατρίς;” Ο χιλιαστής απάντησε ήρεμα: “Γιατί δεν το επιτρέπει η θρησκεία μου”. “Και γιατί δεν πιστεύεις στη μόνη αληθινή θρησκεία, την Ορθοδοξία;” Ο χιλιαστής χαμογέλασε μελαγχολικά και γύρισε και μας έδειξε: “Ποια Ορθοδοξία; Αυτήν που κάνει τη δουλειά της με τους αλφαμίτες όταν δεν τα καταφέρνει με τους θεολόγους;” Τότε σηκώθηκε ο δεσπότης έξω φρενών και μας έδιωξε όλους. Στον δρόμο σκεφτόμουνα πως δεν διαφέραμε και πολύ από τους γραμματείς και τους φαρισαίους».

Λίγες μέρες αργότερα αποφασίσαμε μερικοί φίλοι να μαζευτούμε ένα βράδυ στις κερκίδες και να ακούσουμε μουσική. Ένας Κρητικός έπαιζε αρκετά υποφερτά βιολί κι ένας λοχίας είχε πάθος με τη φυσαρμόνικα.

Ήταν γλυκιά η βραδιά. Στα πόδια μας απλώνονταν η Κόρινθος, απέναντι ακινητούσε στα φώτα του το Λουτράκι και στο βάθος υψώνονταν επιβλητικά τα Γεράνεια. Το φεγγάρι κόντευε να γεμίσει και σκόρπιζε το θαμπό χρυσάφι του στις κερκίδες.

Πρώτος άρχισε με τη φυσαρμόνικα ο λοχίας. Έπαιζε με πολλή άνεση, και μες στο θάμπωμα του φεγγαριού η σιλουέτα του φάνταζε γοητευτική. Ύστερα ο Κρητικός πήρε το βιολί του και μας έπαιξε δύο ρομαντικά κομμάτια.

Μετά ήρθε η σειρά μου. Περίμενα να γίνει ησυχία κι άρχισα να απαγγέλλω ένα σονέτο του Μιχαήλ Αγγέλου:

Στη γη, άλλο απ’ το κάλλος δε μ’ ευφραίνει
και ζωντανό στα ουράνια μ’ ανεβάζει·
μες στα πιο εκλεκτά πνεύματα με βάζει
– χάρη σπάνια στον άνθρωπο δοσμένη.

Ξαφνικά, εκεί που όλοι άκουγαν με προσοχή, ακούστηκαν κραυγές απ’ τη μεριά της λέσχης υπαξιωματικών. Ήταν, σίγουρα, ο χιλιαστής. Θα τον έδερναν, φαίνεται, για την αυθάδεια που έδειξε στον δεσπότη. Κι όμως, ποτέ άλλοτε δεν τον είχαμε ακούσει να φωνάζει. Ένα μήνα τώρα έτρωγε ξύλο βουβά, χωρίς ν’ ακούγεται ο παραμικρός στεναγμός. Ποιος ξέρει τι θα του ’καναν για να μη βαστάξει άλλο και να ξεφωνίσει. Και τι τρομερό ένας άνθρωπος να κραυγάζει από πόνο μες στη νύχτα, την ώρα που εμείς ξένοιαστοι επιδιδόμασταν σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις…

Σταμάτησα ταραγμένος το ποίημα κι ένας ένας αρχίσαμε να φεύγουμε με σκυμμένο κεφάλι. Έφυγα κι εγώ χωρίς να καληνυχτίσω κανέναν. Με φαρμάκωνε η σκέψη πως ενώ χιλιάδες μάρτυρες σάπιζαν στις φυλακές και τα απομονωτήρια, εγώ εξακολουθούσα ακόμη να είμαι δοσμένος στην ομορφιά και στα ποιήματα.

  • Τα βιογραφικά στοιχεία είναι παρμένα από ένα δημοσίευμα στη διαδικτυακή έκδοση της ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ. Ολόκληρο το διήγημα το είδαμε στον διαδικτυακό τόπο http://www.katiousa.gr/. Κι ευχαριστούμε τον φίλο Νίκο Γρήφσια που το ανέδειξε δημοσιεύοντας το σε διάφορες ομάδες αδελφών στα κοινωνικά δίκτυα..

Σχόλια (0)

There are no comments posted here yet

Υποβάλετε το σχόλιό σας

Posting comment as a guest. Sign up or login to your account.
Συννημένα (0 / 3)
Share Your Location

Αυτό είναι το χωριό μου, το όμορφο Θραψανό, που ονειρευόμουν να ζήσω, κάποτε...

Αυτό είναι το χωριό μου, το Θραψανό... Φωτογραφημένο στις 6 Ιουλίου 2012. Τον αγαπώ αυτόν τον τόπο. Και κάποτε ονειρευόμουν να ζήσω εκεί αρκετό καιρό, όταν βγω στη σύνταξη. Ωστόσο έρχονται οι κυβερνώντες και με τους απίθανους πολιτικούς σαλτιμπαγκισμούς τους, αλλάζουν συνεχώς τα όρια συνταξιοδότησης...  Πέρα από αυτό όμως κι εγώ έχω αλλάξει πια, πρωτεραιότητες στη ζωή μου... Δείτε ΕΔΩ μερικά πράγματα για το χωριό μου...

spiti2.300118

Όταν η ζωή δεν το βάζει κάτω… Οι βουκαμβίλιες που ξεράθηκαν από την παγωνιά του Γενάρη 2017 όταν το χιόνι το έστρωσε για τα καλά στο χωριό (δες την ακριβώς από κάτω φωτογραφία, διότι είναι πολύ σπάνιο το χιόνι στο χωριό μας σε υψόμετρο 350 μ.). Χρειάστηκε να περιμένουμε λίγο... Αλλά ο χρόνος δεν είναι πρόβλημα, όσο είμαστε όρθιοι, μπορούμε και αντέχουμε τις αντιξοότητες… Η φωτογραφία αυτή, είναι τραβηγμένη στις 30/1/2018 και δείχνει ξεκάθαρα ότι η ζωή συνεχίζεται...

xionismeno.spiti090117

Φωτογραφία τραβηγμένη στις 9/1/2017, στο χιονιά που άρεσε σε όλο το Θραψανό. Το πατρικό μου σπίτι, χιονισμένο. Η απόλαυση οφθαλμών… Ευχαριστώ όσους είχαν την καλοσύνη και την προνοητικότητα να μου τη στείλουν… Κάθε εποχή στο χωριό μου είναι όμορφη. Έτσι το βλέπω εγώ, έχοντας προσωπικά βιώματα… Οι όμορφες βουκαμβίλιες της φωτογραφίας, από αυτόν τον πάγο, ξεράθηκαν, σε αντίθεση με την τριανταφυλλιά που, για άλλη μια φορά, αποδείχτηκε πολύ δυνατή και άντεξε... Αλλά η ζωή δεν σταματά! Ξαναπέταξαν πράσινα κλαριά, ξαναζωντάνεψαν!

parteria6

Φτιάξαμε και τα παρτέρια στα δυο περιβολάκια στην εξωτερική αυλή... Ο επόμενος στόχος, αν θάλει ο Θεός και τον καταφέρουμε, είναι να μπουν πλακάκια τόσο στην εσωτερική αυλή, όσο και στην εξωτερική. Και μια πραγματική εξώπορτα που θα προστατεύει το σπίτι μας, καλύτερα, από τους ανόητους που δεν λείπουν.

Σε ποια φάση βρίσκεται σήμερα η σελήνη; Θέλετε να ξέρετε;

Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ

Η Αγία Γραφή περιγράφει μερικές φορές τους ανθρώπους με βάση την εργασία που έκαναν. Μιλάει για τον “Ματθαίο, τον εισπράκτορα φόρων”, τον “Σίμωνα τον βυρσοδέψη” και τον “Λουκά, τον αγαπητό γιατρό”. (Ματθ. 10:3· Πράξ. 10:6· Κολ. 4:14) Κάτι άλλο που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους είναι οι πνευματικοί διορισμοί ή τα προνόμιά τους. Διαβάζουμε για τον Βασιλιά Δαβίδ, τον προφήτη Ηλία και τον απόστολο Παύλο. Αυτοί οι άντρες εκτιμούσαν τους θεόδοτους διορισμούς τους. Παρόμοια και εμείς, αν έχουμε προνόμια υπηρεσίας, πρέπει να τα εκτιμούμε.

Ο αρχικός σκοπός του Ιεχωβά για την ανθρωπότητα ήταν να ζει για πάντα εδώ στη γη. (Γέν. 1:28· Ψαλμ. 37:29) Ο Θεός πρόσφερε γενναιόδωρα στον Αδάμ και στην Εύα διάφορα πολύτιμα δώρα που τους έδιναν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν τη ζωή. (Διαβάστε Ιακώβου 1:17) Ο Ιεχωβά τούς χάρισε ελεύθερη βούληση, την ικανότητα να κάνουν λογικές σκέψεις και τη δυνατότητα να αγαπούν και να απολαμβάνουν φιλίες.

Ο Δημιουργός μιλούσε στον Αδάμ και τον συμβούλευε για το πώς να δείχνει την υπακοή του. Ο Αδάμ μάθαινε επίσης πώς να καλύπτει τις ανάγκες του καθώς και πώς να φροντίζει τα ζώα και τη γη. (Γέν. 2:15-17, 19, 20) Ο Ιεχωβά προίκισε επίσης τον Αδάμ και την Εύα με τις αισθήσεις της γεύσης, της αφής, της όρασης, της ακοής και της όσφρησης. Έτσι μπορούσαν να απολαμβάνουν πλήρως την ομορφιά και τα άφθονα αγαθά του παραδεισένιου σπιτιού τους. Για το πρώτο ανθρώπινο ζευγάρι, οι δυνατότητες να έχουν απόλυτα ικανοποιητική εργασία, να νιώθουν πλήρεις και να κάνουν ανακαλύψεις, ήταν απεριόριστες.

Τι μπορούμε να μάθουμε από τα λόγια που είπε ο Ιησούς στον Πέτρο; Χρειάζεται να προσέξουμε ώστε να μην αφήσουμε την αγάπη μας για τον Χριστό να εξασθενήσει και την προσοχή μας να αποσπαστεί από τα συμφέροντα της Βασιλείας. Ο Ιησούς γνώριζε πολύ καλά τις πιέσεις που σχετίζονται με τις ανησυχίες αυτού του συστήματος πραγμάτων. Ας μάθουμε, να εκτιμούμε όσα έχουμε...

ΕΝΑ SITE "ΑΠΑΓΚΙΟ" ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ!

Αυτόν τον ιστότοπο τον «παλεύω» πολλά χρόνια. Πολύ πριν γνωρίσω την αλήθεια και βρω σκοπό στη ζωή μου. Φανταζόμουν τον εαυτό μου συνταξιούχο στο χωριό, με μια σχετικά καλή οικονομική επιφάνεια, δεδομένης μιας καλής σύνταξης που είχα οικοδομήσει πολλά πάνω της και ήθελα να έχω κάτι, για να περνάω το χρόνο μου.

Σήμερα, όλα έχουν αλλάξει γύρω μου, όλα εκτός από το Site αυτό. Δηλαδή, άλλαξε κι αυτό λιγάκι προσανατολισμό… Αντί να περνάει την ώρα του με κούφια δημοσιογραφικά θέματα, που δεν είχαν να προσφέρουν και πολλά πράγματα στους ανθρώπους, προσφέρει ελπίδα για ένα βέβαιο, καλύτερο αύριο.

Αυτήν την αληθινή ελπίδα, προσπαθεί να βάλει στις καρδιές των αναγνωστών του και να τους ενθαρρύνει να πιστέψουν ότι όλες αυτές οι δυσκολίες κάθε μορφής που ζούμε είναι παροδικές. Τα ωραία, είναι μπροστά μας... Και μπορούμε να τα ζήσουμε, φτάνει να το θέλουμε πραγματικά.

Αρκεί να μη στηριζόμαστε στην αξιοπιστία των ανθρώπων που σήμερα είναι κι αύριο όχι… Ούτε στις δυνάμεις μας. Αλλά στον Λόγο Εκείνου που είναι απόλυτα αξιόπιστος και να ακολουθούμε στη ζωή μας τις φωτεινές προειδοποιητικές  πινακίδες που έχει βάλει στο δρόμο μας…

ΚΡΕΟΝΤΑΣ, τέλος...

Το φύλλο που βλέπετε εδώ είναι το τελευταίο της εκδοτικής προσπάθειας του Εξωραϊστικού Συλλόγου της Κολοκυνθούς,  “Κρέοντας”. Δείτε το ΕΔΩ. Είναι το τεύχος 25 κι ΕΔΩ δείτε το αμέσως προηγούμενο. Ο ΚΡΕΟΝΤΑΣ αναγκάστηκε να αναστέλλει την έκδοσή του στην πρώτη μεγλάλη οικονομική κρίση. Σε δύσκολες εποχές δεν άντεχε άλλο τα δυσβάσταχτα οικονομικά βάρη. Βέβαια κάθε φύλλο που αναστέλλει την έκδοσή του, θέλει να ελπίζει και ονειρεύεται την επανέκδοση του... Μακάρι να γίνει έτσι. Και να μην είναι μόνο καλές οι προθέσεις των ανθρώπων του Συλλόγου...

Ασκώντας υπομονή!

Δυο φορές με απόλυση μέσα σε πέντε χρόνια… Φλεβάρη του 2012 απολύθηκα, με εθελούσια έξοδο, από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και 1 Νοέμβρη του 2017 από το Σωματείο της ΠΕΤ ΟΤΕ όπου εργαζόμουν από το 1983, ως δημοσιογράφος.
Θεωρητικά, αιτία και των δύο απολύσεων, ήταν το γεγονός ότι ήμουν κοντά στη συνταξιοδότηση μου. Κοντά; Πόσο κοντά; Μάλλον πολύ μακρυα, όπως δείχνουν τα πράγματα...
Την 1 Νοέμβρη 2019, κατέθεσα τα χαρτιά μου για τη συνταξιοδότηση... Και περιμένω. Μέχρι στιγμή, κανένα νέο.
Αλλά δεν είμαι τρομαγμένος… Έχω εμπιστοσύνη στον αληθινό Θεό Ιεχωβά και ξέρω ότι Εκείνος θα με στηρίξει και θα με προστατέψει σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς… Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα την εποχή του κονοϊού Covid-19
Όλοι, μπροστά στην ανεργία και τον θάνατο, είμαστε ίσοι… Όλοι! Ότι δουλεια κι αν κάναμε… Αυτό που μου δίνει ειρήνη διάνοιας, ώστε να συνεχίζω να αγωνίζομαι όρθιος, είναι η πίστη, πως δεν είμαι μόνος! Μπορώ να εμπιστεύομαι απόλυτα τον Ιεχωβά! Δίνω καθημερινά τις μικρές ή μεγάλες μάχες. Με αξιοπρέπεια!

Μικρές πινελιές αγάπης

athina1

Γεμάτος όμορφες, ξεχωριστές πινελιές, είναι αυτός ο ιστότοπος που διαβάζετε. Ξεκίνησε, για να καλύψει κάποιες ανάγκες έκφρασης, με δημοσιογραφικό κυρίως περιεχόμενο και τον βλέπουμε να εξελίσσεται ουσιαστικά σε ένα σημείο συνάντησης και επαφής, ανάμεσα σε φίλους. Και η αναφορά στις πινελιές δεν είναι καθόλου τυχαία και συμπτωματική. Κάπως έτσι δεν λειτουργούν και οι ζωγράφοι; Μόνο που εδώ το πράγμα μοιράζεται ανάμεσα στις λέξεις και τις εικόνες. Που περιγράφουν μια ζωή πραγματική, όχι από αυτές που κυριαρχούν στη φαντασία και στο διαδίκτυο.

Δοκιμασία από τον Covid-19

Ότι μέχρι χθες, μόνο ως θεωρία γνωρίζαμε, το είδαμε να εφαρμόζεται στη ζωή μας... Και πήραμε τα μαθήματα μας. Δείτε ΕΔΩ κι ΕΔΩ κι ΕΔΩ.

Το "φευγιό" της αδερφής μου

Η Γιωργία μας "έφυγε" για πάντα από κοντά μας το 2011. Και ο θάνατος του Γιάννη έναν ακριβώς χρόνο, μετά. Λιγοστεύουμε...

Αλλαγές στο Site μου

Σημαντικές αλλαγές αισθητικής στο Site. Ωριμάζουμε και μαθαίνουμε... Και προσπαθούμε να το προσαρμόζουμε στις ανάγκες μας!

Developed by OnScreen - Content by Nikos Theodorakis - Powered by FRIKTORIA